Γυρνάς το μεγάλο κλειδί και ξεκλειδώνεις τη βαριά πόρτα τον σπιτιού. Πόσοι άνθρωποι έζησαν σε αυτό το σπίτι! Όλοι άφησαν το στίγμα τους και πέρασαν στη λήθη, αλλά το σπίτι εκεί. Αμίλητος παρατηρητής μέσα στα χρόνια, μας ξεδιπλώνει την ιστορία του. Κάποια από αυτά τα σπίτια έφτασαν στα χρόνια μας με τα ονόματα των πρώτων ιδιοκτητών που τα έχτισαν.
Άλλα, με ονόματα μεταγενέστερων ιδιοκτητών. Αρχοντικά σπίτια, αστικές κατοικίες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εποχή τους και, μετέπειτα, διασώζοντας την παράδοση, μιλώντας για τα παλαιότερα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά της κάθε πόλης. Τα αρχοντικά των Χριστιανών βρίσκονταν σε δύο κυρίως περιοχές, στο νότιο τμήμα στην περιοχή τον Ντολτσού και στη βορινή πλευρά, στην περιοχή Απόζαρι.
Σε επίσκεψή του στην πόλη τον 17ο αιώνα, λέγεται ότι ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή εντυπωσιάστηκε από αυτά τα σπίτια. Πέτρινες, στιβαρές κατασκευές, με υλικά από την ευρύτερη περιοχή της Καστοριάς, πέτρα στο ισόγειο και στον ημιώροφο και με ελαφρύτερα υλικά στον κυρίως όροφο. Τα όμορφα σαχνισιά, με τα φουρούσια στολίζουν και δίνουν το χαρακτηριστικό μακεδονίτικο στοιχείο στην πόλη.
Στα παλαιότερα αρχοντόσπιτα που σώζονται, του 18ου αιώνα, θαρρείς πως ο χρόνος σταμάτησε... Στο ισόγειο και στα κατώγια, αποθηκευτικοί χώροι για ξύλα, για τρόφιμα, για τα κρασιά και τα τσίπουρα που παρασκεύαζαν οι ίδιοι. Χώροι γεμάτοι προϊόντα για να βγει ο χειμώνας που φάνταζε ατελείωτος, και όχι άδικα. Στον ημιώροφο (μετζοπάτωμα), μαζί με άλλους βοηθητικούς χώρους, συνήθως βρισκόταν και το εργαστήριο γουναρικής.
Τα άριστα για την εποχή εμπορεύματα, που θα έβγαιναν από αυτό το μικρό δωματιάκι, ήταν γραφτό να κατακτήσουν τις μεγαλύτερες αγορές τον εξωτερικού, κάνοντας την Καστοριά γνωστή στα πέρατα του κόσμου. Στους κυρίως ορόφους εξελισσόταν η ζωή της μεγάλης, συνήθως, οικογένειας. Με έναν όροφο, ή και με δύο, μπορούμε να πούμε ότι λειτούργησε σαν πρόδρομος της μεταγενέστερης χρονικά «οικογενειακής οικοδομής», αφού ζούσαν σε αυτό οι γονείς, το κάθε τους παιδί με την οικογένειά του, κάθε οικογένεια και ένα δωμάτιο, και όλοι μαζί κάτω από την ίδια στέγη.
Ο προσανατολισμός του κάθε δωματίου ήταν βασικός παράγοντας για τη χρήση του την εκάστοτε εποχή. 'Ετσι, τα βορινά δωμάτια κατοικούνταν τους καλοκαιρινούς μήνες, προσφέροντας δροσιά, ενώ αυτά με νότιο προσανατολισμό τους χειμερινούς μήνες. Τα αρχοντικά είχαν μεγάλους χώρους υποδοχής, καθώς η εξωστρέφεια και η οικονομική άνεση του επαγγέλματος της γουνοποιίας, και όχι μόνο, συντέλεσε στο να αναπτυχθεί η λεγόμενη αστική τάξη.
Ήταν συχνές οι βεγγέρες και οι δεξιώσεις με ζωντανή μουσική, με την ορχήστρα σε ειδικά διαμορφωμένο σημείο του σπιτιού, ψηλά συνήθως, σαν εξέδρα, για καλύτερη ακουστική στον χώρο. Και ενώ οι Καστοριανοί λικνίζονταν σε ευρωπαϊκούς ρυθμούς, μα και σε ρυθμούς ντόπιων οργανοπαικτών της λαϊκής μουσικής παράδοσης, το φως έμπαινε χρωματιστό από τα περίφημα βιτρό μέσα στο σπίτι...
Αντανακλούσε και έκανε παιχνιδίσματα στα σερβίτσια, στις πορσελάνες και στους καθρέφτες, δώρα από τα μεγάλα ταξίδια των συζύγων στις αγορές του εξωτερικού. Ζωγραφισμένες ξύλινες σκαλιστές ροζέτες, και άλλοτε γύψινες, στο κέντρο του ταβανιού, καθώς και ζωγραφικά μοτίβα εμπνευσμένα από τη φύση συμπλήρωναν τον πολυτελή διάκοσμο τον σπιτιού.
Τα σπίτια διέθεταν μεσάντρες (ντουλάπες) για τη φύλαξη των υφασμάτινων ειδών. Μυστικές κρύπτες για τα τιμαλφή της οικογένειας, καθώς και μυστικά περάσματα για να φυγαδεύουν τα κορίτσια της οικογένειας σε πιθανές δύσκολες περιστάσεις στα τόσα χρόνια οθωμανικού ζυγού. Οι δυσμενείς χειμώνες επέβαλλαν για τη θέρμανση του σπιτιού το τζάκι και συμπληρωματικά το μαγκάλι.
Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα προστέθηκαν και οι πρώτες πορσελάνινες σόμπες, αληθινά κομψοτεχνήματα. Η κουζίνα, η τουαλέτα και το πλυσταριό ήταν τις περισσότερες φορές στην αυλή, σε κοντινή απόσταση ή και σε συνέχεια με το κυρίως οίκημα. Στα παραλιακά σπίτια, η αυλή (αβγατή) κατέληγε μέχρι την όχθη της λίμνης, ο σημερινός παραλιακός δρόμος δεν υπήρχε μέχρι τη δεκαετία του 1930.
Ετσι, κάθε αυλή δημιουργούσε κατά κάποιον τρόπο ένα ιδιωτικό λιμανάκι όπου ο ιδιοκτήτης άραζε τη βάρκα του, το περίφημο «καστοριανό καράβι». Ψηλοί μαντρότοιχοι κρατούσαν μακριά κακοπροαίρετους επισκέπτες και αδιάκριτα βλέμματα. Σε συνέχεια από τα αρχοντικά του 18ου αιώνα ακολούθησαν αυτά του 19ου και κυριαρχούσε η συμμετρία.
Κύριο στοιχείο των περισσοτέρων ήταν η τετράγωνη κάτοψη με τέσσερα ή περισσότερα δωμάτια σε κάθε γωνία, κάθε ορόφου, δημιουργώντας έτσι μια μεγάλη σάλα στο κέντρο. Κύριο γνώρισμά τους, η συμμετρία. Με πιο απλές γραμμές στον εσωτερικό διάκοσμο, χωρίς όμως να χάνουν την αρχοντιά και τη μεγαλοπρέπειά τους. Στις αρχές του 20ου αιώνα, πολλά αρχοντικά κατεδαφίστηκαν και στη θέση τους χτίστηκαν νεότερα, κλασικά δείγματα εκλεκτικισμού.
'Ετσι η Καστοριά είναι ένα μωσαϊκό κατοικιών και πολιτισμών, αφού βλέπεις καθαρά την εξέλιξη της κατοικίας από τα αρχοντικά του 18ου αιώνα μέχρι και σήμερα, αλλά και των διαφορετικών θρησκειών των ανθρώπων που τα κατοικούσαν: χριστιανοί, μουσουλμάνοι και Εβραίοι. Ας ελπίσουμε να διασωθούν όσο το δυνατόν περισσότερα αρχοντικά από τα εναπομείναντα και το μεγάλο κλειδί που ξεκλειδώνει τη βαριά πόρτα του σπιτιού να ενώνει το βλέμμα του παρελθόντος με το παρόν, οδηγώντας μας στη γνώση της ομορφιάς, της αρμονίας και της αρχοντιάς τον παλιού καστοριανού σπιτιού.
