Στολίζει ασβεστωμένους τοίχους στα κυκλαδονήσια, σχηματίζει αψίδες σε αυλές και ξεπροβάλλει με ασυγκράτητη ορμή από πιθάρια. Αν δεν είχε όνομα χτυπητά ξενικό, θα πιστεύαμε πως πρόκειται για βέρα Ελληνίδα, καμωμένη να κεντά με κόκκινα, πορτοκαλί και λιλά υφάδια τα ξεθωριασμένα από τον δυνατό ήλιο θερινά τοπία. Κατάγεται όμως από περιοχές που μοιράζονται σήμερα η Αργεντινή με τη Βραζιλία, ενώ στον τόπο μας ρίζωσε για πρώτη φορά στα τέλη του 19ου αιώνα.
Κι αν δεν χωρούν αμφιβολίες στο ζήτημα της προέλευσης, μ' εκείνο του ονόματος τι γίνεται; Για να απαντηθεί τούτο το ερώτημα, θα χρειαστεί να καταδυθούμε σε εποχές που ο πλανήτης μας ακόμα έκρυβε μυστήρια. Ο Γάλλος φυσιοδίφης Φιλιμπέρ Κομμερσόν ήταν ο πρώτος που το 1789 κατέγραψε επιστημονικώς τα (δύο τότε, σήμερα δεκαοκτώ) είδη ενός νέου γένους φυτών, ενώ φαίνεται πως ήταν η βοηθός και ερωμένη του Ζαν Μπαρέ εκείνη που τα ανακάλυψε, είκοσι ένα χρόνια νωρίτερα, στο τροπικό δάσος που έζωνε το Ρίο ντε Τζανέιρο.
Συμμετείχαν μαζί σε μια αποστολή περίπλου της Γης με πλοίαρχο τον Λουί Αντουάν ντε Μπουγκενβίλ, η Μπαρέ μάλιστα μεταμφιεσμένη σε άνδρα, καθώς τα συντηρητικά ήθη της εποχής δεν ευνοούσαν τις περιπετειώδεις γυναίκες. Παρότι συνέβαλε ουσιαστικά στην πρόοδο της Βοτανικής, η παρουσία της ευλόγως αγνοήθηκε από την επίσημη μέθοδο ονοματοδοσίας των φυτών και το νέο γένος ονομάστηκε, προς τιμήν του ευκλεούς θαλασσοπόρου, Bougainvillea.
H αδικία σε βάρος της Μπαρέ αποκαταστάθηκε, σε κάποιον έστω βαθμό, πριν από μία δεκαετία, όταν ένα νέο είδος φυτού που ανακαλύφθηκε στον Ισημερινό ονομάστηκε Solanum baretiae. Ας ασχοληθούμε τώρα με πιο πρακτικές λεπτομέρειες του είδους (Β. spectabilis) που φυτεύεται ως αναρριχητικό στη χώρα μας. Αναπτύσσεται ταχέως μέχρι ύψους δέκα μέτρων, διαμορφώνεται δε εύκολα ακόμα και σε δέντρο, ενώ κατευθύνεται σύμφωνα με το τι θέλουμε να καλύψουμε με κατάλληλες τομές.
Θέλει όμως μεγάλη προσοχή το κλάδεμά της, που γίνεται νωρίς κάθε άνοιξη, καθώς οι βλαστοί της είναι γεμάτοι απειλητικά αγκάθια, ενώ απαιτείται μεγάλη εμπειρία ώστε να δοθεί ώθηση προς την επιθυμητή κατεύθυνση. Προτείνω λοιπόν να αφήνετε αυτή την εργασία για τους κηπουρούς, εσείς μπορείτε να ασχολείστε με το τακτικό σκούπισμα των ζωηρά έγχρωμων φύλλων που ανά τρία περιβάλλουν τα μικρά άνθη της.
Φυσικά θα έχετε και την έννοια των κανονικών φύλλων της που πέφτουν στα πρώτα κρύα. Αν μάλιστα στην περιοχή σας έχει θερμοκρασίες κάτω από τους -4 βαθμούς Κελσίου, μην μπείτε στον κόπο να τη φυτέψετε. Σε αντίθετη περίπτωση, θα της προσφέρετε μια ηλιόλουστη θέση ώστε η ανθοφορία της, από Μάιο μέχρι Οκτώβριο, να είναι πλούσια.
Δεν χρειάζεται πολύ τακτικό πότισμα, αντέχει στην ξηρασία, στη μεγάλη ζέστη και στην αλατότητα του εδάφους, γι' αυτό και ευδοκιμεί σε παραθαλάσσια μέρη. Αν αγαπάτε τη βουκαμβίλια, αλλά δεν διαθέτετε κήπο ή κατοικείτε σε παγετόπληκτη περιοχή, στα φυτώρια θα βρείτε νάνες ποικιλίες ενός άλλου είδους της (B. glabra), οι οποίες σπάνια ξεπερνούν σε μπόι τα δύο μέτρα. Είναι έτσι ιδανικές για φύτευση σε γλάστρα και άρα ξεχειμωνιάζουν εύκολα σε ζεστό και φωτεινό σημείο.
ΕΔΑΦΟΣ Χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις
ΘΕΣΗ Ηλιόλουστη
ΑΝΤΟΧΗ ΣΤΟ ΨΥΧΟΣ -1° C
ΠΟΤΙΣΜΑ Τακτικό
ΕΠΟΧΗ ΑΝΘΙΣΗΣ Άνοιξη-Καλοκαίρι-Φθινόπωρο
