13.9.25

Άλαν Μπέιτς

Ο Άλαν Μπέιτς, γνωστός και αγαπητός στο ελληνικό κοινό από την εποχή που έπαιξε στον «Ζορμπά» του Κακογιάννη, έφυγε στα 69 του χρόνια σε μια κλινική του Λονδίνου, έχοντας δίπλα του τον γιο του, τα εγγόνια του, τον αδελφό του. Οι γιατροί είχαν διαγνώσει καρκίνο στο συκώτι εδώ κι έναν χρόνο. Ο Μπέιτς είχε μια πολύχρονη καριέρα στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

H ωραία του εμφάνιση αλλά και ο αριστοκρατικός του «αέρας», που του άνοιξαν στα 22 του χρόνια την πόρτα της επιτυχίας στα «Οργισμένα Νιάτα» του Όσμπορν, ωρίμασαν σε ένα πολυεπίπεδο ταλέντο, που του επέτρεπε ρόλους μεγάλης γκάμας, από Σαίξπηρ, Τσέχωφ και Ίψεν μέχρι Πίντερ, Τομ Στόπαρντ και Άλαν Μπένετ. Στο ελληνικό κοινό έγινε γνωστός μέσα από την κινηματογραφική του καριέρα που ξεκίνησε το 1960 στον «Γελωτοποιό», δίπλα στον σερ Λόρενς Ολίβιε.

Όταν ο Μιχάλης Κακογιάννης τον επέλεξε το 1964 για έναν από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους στον «Ζορμπά», είχε ήδη κάνει την πρώτη του κινηματογραφική επιτυχία στον «Δεύτερο Άνθρωπο» (1963). Δεν είναι πολλά χρόνια που ο Κακογιάννης επέλεξε για δεύτερη φορά τον Μπέιτς να πρωταγωνιστήσει σε ταινία του, στην κινηματογραφική εκδοχή του «Βυσσινόκηπου» (Τσέχωφ), μαζί με την Σαρλότ Ράμπλινγκ και τη Φράνσις ντε Λα Τουρ.

Ο Μπέιτς, που χρίστηκε «σερ» στην αρχή της χρονιάς, παρά τη διάγνωση της νόσου του και τη θεραπεία που έκανε όλους αυτούς τους μήνες, συνέχισε να δουλεύει, συμμετέχοντας στα γυρίσματα της αμερικανικής τηλεοπτικής σειράς «Σπάρτακος», που ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί. H απώλεια των μαλλιών του (λόγω της χημειοθεραπείας) τον ανάγκασε να ξυρίσει το κεφάλι του και όλοι συμφώνησαν ότι το νέο «λουκ» ήταν πάρα πολύ καλό για την περίσταση.

Τους τελευταίους μήνες ομολογούσε ότι αισθανόταν λιγάκι κουρασμένος, όμως αυτό δεν τον εμπόδιζε να πηγαινοέρχεται στο Ντέρμπισαϊρ (όπου γεννήθηκε), να τρώει με φίλους του, να έχει μια κανονική ζωή. Ο Μπέιτς γεννήθηκε το 1934 στο Ντέρμπισαϊρ, υπηρέτησε στη RAF (Βρετανική Αεροπορία) και ξεκίνησε την θεατρική του καριέρα στο Midlands Repertory Company.

Έξι μήνες αργότερα έγινε αποδεκτός, έπειτα από οντισιόν, στο English Stage Company του Royal Court Theatre και αφού έκανε το ντεμπούτο του στο Mulberry Bush, του έδωσαν τον ρόλο του Κλιφ Λιούις στα «Οργισμένα Νιάτα» του Όσμπορν, ρόλος «εισιτήριο» για το Μπρόντγουεϊ. Από τότε ήταν πάντα σε ζήτηση, σε παραστάσεις που ανέβηκαν στο West End (θεατρική πιάτσα του Λονδίνου) στο Stratford-on-Avon (που ανεβάζει Σαίξπηρ) και στο Bristol Old Vic. H κινηματογραφική του καριέρα ξεκίνησε το 1960 και ήταν εξίσου πλούσια με την θεατρική.

Ο Μπέιτς δούλευε διαρκώς, όμως απέφευγε τις ταινίες του συρμού, προτιμώντας τις παραγωγές που δίνουν περισσότερο κύρος παρά χρήμα. Από τις πρώτες του εμπορικές επιτυχίες ήταν ο «Ζορμπάς» (1964), το «Georgy Girl» (1966), με τον Τζέιμις Μέισον και την Λιν Ρεντγκρέιβ, «Ο Άνθρωπος από το Κίεβο» (1968). Επιτυχία έγινε επίσης και η κινηματογραφική εκδοχή τού D. Η Lawrence «Ερωτευμένες Γυναίκες» (1969) σε σκηνοθεσία Κεν Ράσελ, για την οποία η συμπρωταγωνίστριά του Γλέντα Τζάκσον κέρδισε το Όσκαρ.

Ο ίδιος, παρά την εκτίμηση και τον θαυμασμό των συναδέλφων του, προτάθηκε μόνο μία φορά για Όσκαρ. Μία από τις σχετικά πρόσφατες εμφανίσεις του ήταν στη διακεκριμένη ταινία «Έγκλημα στο Γκόσφορ Παρκ» του Ρόμπερτ Άλτμαν, ενώ ένας ρόλος του, που ξέφευγε από τα συνηθισμένα, ήταν στην περιπέτεια «Απόλυτος Κίνδυνος», με τον Μπεν Άφλεκ.

«Αρχίζω από το μηδέν»
Για το θέατρο ο Βρετανός ηθοποιός είχε πει: «Κάθε φορά είναι σαν την πρώτη φορά. Δεν ξέρω αν αυτή η τακτική είναι υγιής ή όχι. Όμως, κάθε φορά αρχίζω από το μηδέν. Στην αρχή δεν μπορώ να περπατήσω στη σκηνή. Είμαι τρομοκρατημένος. H ωριμότητα κάνει τα πράγματα κάπως πιο εύκολα. Δεν σε ενδιαφέρουν οι κριτικές ή τι θα πουν οι άλλοι για σένα. Είναι όπως όταν ζεις μεγάλες εμπειρίες. Εμπειρίες όπως όταν κάνεις παιδιά… κι όταν χάνεις».

Πριν από δώδεκα χρόνια, ο Άλαν Μπέιτς έχασε τον γιο του σε ηλικία 19 ετών από μια κρίση άσθματος. Μερικούς μήνες αργότερα έχασε και τη σύζυγό του από μια σπάνια ασθένεια. «Αυτά τα πράγματα σε αλλάζουν βαθιά», είχε πει. Έτσι πρέπει. Πρέπει κι εσύ να τα αφήσεις να σε αλλάξουν».