Ίσως ο κορυφαίος βιολιστής του 20ού αιώνα, που ηχογράφησε περισσότερους από 100 δίσκους. Έφτανε μόνο, όμως, μόνο ένας για να τον βάλει μία για πάντα στις καρδιές του κόσμου. Ο Άιζακ Στερν (Isaac Stern) βραβεύτηκε με Όσκαρ για το περίφημο σάουντρακ της ταινίας «Ο βιολιστής στη στέγη», όπου ένα από τα περίφημα σόλο του τον καθιέρωσαν. Γεννήθηκε στις 21 Ιουλίου 1920 σε μία εβραϊκή οικογένεια στο Κρέμενετς της σημερινής Ουκρανίας.
Σε ηλικία 6 ετών, ο Άιζακ έπαιζε πιάνο και δύο χρόνια αργότερα θα ερχόταν σε επαφή με το βιολί. Όταν έκλεισε τα 10, η μητέρα του τον έγραψε στο τοπικό ωδείο, αν και οι επιδόσεις του δεν τον έκαναν να φαντάζει ταλέντο. Το 1934, όντας μόλις 14 ετών, έκανε ντεμπούτο του στη Συμφωνική Ορχήστρα του Σαν Φρανσίσκο, καθηλώνοντας το ακροατήριο. Ήταν η στιγμή που μπήκαν τα θεμέλια για μία σπουδαία διεθνή καριέρα.
Στα 7 χρόνια που θα περάσει στο ωδείο (1930-1937), ο Στερν έμαθε να μιμείται την ποιότητα της μουσικής που άκουγε και σύντομα ήταν ένας δεξιοτέχνης, παρά το νεαρό της ηλικίας του. Στις 8 Ιανουαρίου 1943, ο Στερν έπαιξε για πρώτη φορά στο Κάρνεγκι Χολ, με το ρεσιτάλ του εκεί να τον καθιερώνει μέσα σε μια νύχτα. Μάλιστα, 25 χρόνια αργότερα, το 1968, θα έδινε ένα ρεσιτάλ προς τιμήν εκείνης ακριβώς της εμφάνισης.
Ο Στερν και το σινεμά
Μετά τον πόλεμο, συνέχισε τις εμφανίσεις από το νέο του σπίτι, τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης, ενώ το 1946 ήρθε και το ντεμπούτο του στην κινηματογραφική μουσική, ερμηνεύοντας για τις ανάγκες της ταινίας «Humoresque» του Ζαν Νεγκουλεσκό με την οσκαρική Τζόαν Κρόφορντ. Εκτός, όμως, από το soundtrack της ταινίας που ηχογράφησε, δάνεισε και τα χέρια του στα πλάνα, στα οποία ο πρωταγωνιστής παίζει βιολί.
To 1971 έρχεται η ταινία «Ο βιολιστής στη στέγη», μία κινηματογραφική μεταφορά του πολυβραβευμένου θεατρικού έργου σε σκηνοθεσία Νόρμαν Τζούισον. Ο Στερν σολάρει στο βιολί του soundtrack που κέρδισε Όσκαρ Καλύτερης Διασκευασμένης Μουσικής. Τη διασκευή έκανε ο μετρ της κινηματογραφικής μουσικής, Τζον Γουίλιαμς από την αρχική του Τζέρι Μποκ.
Ο Γουίλιαμς συνέθεσε και πρόσθετη μουσική και μια πρωτότυπη καντέντσα για τον Άιζακ Στερν. Το 1981, ο Στερν γύρισε ένα ντοκιμαντέρ για τη μεγάλη και επίσης ιστορική κινεζική περιοδεία του. Το φιλμ «Από τον Μάο στο Μότσαρτ» βραβεύτηκε με Όσκαρ Ντοκιμαντέρ αλλά και με έπαθλο από το Φεστιβάλ των Καννών. Από τη δεκαετία του 1990, ο κορυφαίος δεξιοτέχνης εμφανιζόταν σταθερά σε τηλεοπτικά αφιερώματα και δημοφιλείς εκπομπές, όπως το «Σουσάμι Άνοιξε».
Το 1999 εμφανίστηκε στην ταινία "Music of the Heart" μαζί με τον Ιτζάκ Πέρλμαν και άλλους διάσημους βιολιστές, και μία ορχήστρα νέων υπό την καθοδήγηση της Μέριλ Στριπ. Η ταινία σε σκηνοθεσία Γουές Κρέιβεν ήταν βασισμένη στην ιστορία μίας χαρισματικής καθηγήτριας μουσικής στο Χάρλεμ, της Ρομπέρτα Γκουασπάρι.
Όταν ήχησαν οι σειρήνες στον Πόλεμο του Κόλπου
Στις αρχές της δεκαετίας του 1940, με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο να μαίνεται, ο Στερν έπαιξε μουσική για τα συμμαχικά στρατεύματα στις τέσσερις κυριολεκτικά γωνιές του πλανήτη, από την Ισλανδία και τη Γροιλανδία μέχρι και τα πολεμικά θέρετρα του Νότιου Ειρηνικού. Το 1956, μέτρησε μία ιστορική πρωτιά, ως ο πρώτος ποτέ αμερικανός μουσικός που έπαιξε στη Σοβιετική Ένωση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η επιστροφή του στη Ρωσία είχε και συναισθηματικό αντίκτυπο για τον ίδιο, μιας και επέστρεψε στη γενέτειρά του. Μία από τις εμφανίσεις του που έμειναν στην ιστορία ήταν το κοντσέρτο που έδωσε στην Ιερουσαλήμ το 1991, κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου. Την ώρα της παράστασης ήχησαν οι σειρήνες, και το κοινό, φοβούμενο επίθεση με πυραύλους Σκουντ, φόρεσε αντιασφυξιογόνες μάσκες.
Ο Στερν παρέμεινε στη σκηνή χωρίς μάσκα και συνέχισε να παίζει ένα κομμάτι του Μπαχ. «Μπορείς να περιγράψεις τη μουσική, αλλά δεν μπορείς να την εξηγήσεις. Υπάρχει ένα καταπληκτικό μυστήριο σχετικά με το τι κάνει τόσο απλή και τόσο αναπόφευκτη τη λογική της μουσικής, όταν την απαντάς με το σωστό τρόπο» είχε δηλώσει κάποτε ο ίδιος.
Η προσωπική του ζωή
Ο Στερν δεν σταμάτησε στιγμή να διδάσκει μουσική και να οργώνει τον κόσμο ψάχνοντας νέα ταλέντα, ενώ δεν είναι λίγοι οι δεξιοτέχνες των εγχόρδων του χρωστούν το ξεκίνημα της καριέρας τους. Κάποιοι, μάλιστα, κατάφεραν να σπουδάσουν μουσική χάρη στις φιλανθρωπικές του δράσεις παντού, από Αμερική και Ευρώπη μέχρι Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική.
Στην προσωπική του ζωή, ήταν παντρεμένος τρεις φορές. Την πρώτη του σύζυγο, μια μπαλαρίνα, τη νυμφεύτηκε το 1948, αν και η ένωση δεν μακροημέρευσε. Τη δεύτερη σύζυγό του την παντρεύτηκε το 1951 έπειτα από ένα θυελλώδες, αλλά σύντομο ειδύλλιο τριών εβδομάδων! Φάνηκε πως ήξερε πάντως τι έκανε, καθώς ο γάμος κράτησε 43 χρόνια (μέχρι το 1994) και απέδωσε τρία παιδιά. Την τρίτη του σύζυγο την παντρεύτηκε το 1997.
Πέθανε στις 22 Σεπτεμβρίου 2001 σε ηλικία 81 ετών έχοντας αφήσει μία τεράστια μουσική παρακαταθήκη.
