O Λι Βαν Κλιφ, ο χαρακτηριστικός κακός των γουέστερν, γεννήθηκε στις 9 Ιανουαρίου 1928 ως Κλάρενς Λιρόι Βαν Κλιφ στο Σόμερβιλ του Νιου Τζέρσεϊ. Μετά από μια σύντομη καριέρα στο αμερικανικό ναυτικό και διάφορες άλλες «παράξενες» δουλειές, όπως σε ράντζο, μπήκε δειλά-δειλά στο χώρο του θεάτρου και του σινεμά, με πρώτο σημαντικό επίτευγμα το High Noon με τον Γκάρι Κούπερ το 1952.
Από εκεί κι έπειτα, ανοίχτηκε μπροστά του μια πολύ ρεαλιστική προοπτική καριέρας, με μπόλικα γουέστερν και ταινίες επισημονικής φαντασίας. Εκεί τον πέτυχε το «έμπειρο μάτι» του Σέρτζιο Λεόνε, που θα τον οδηγούσε στην αποθέωση στα δικά του σπαγκέτι γουέστερν, με γνωστότερα τα The Big Gundown (1966), For a few dollars more (1965) και φυσικά το The Good, the Bad and the Ugly (1966). Το σχεδόν «κορακίσιο» πρόσωπό του με τη γαμψή μύτη και τα έντονα μάτια, τον κατέταξε ως τον πλέον αναγνωρίσιμο κακό των γουέστερν.
Και η παρέμβαση του Σέρτζιο Λεόνε ήταν καθοριστική, γιατί το 1958 είχε τραυματιστεί πολύ σοβάρα σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και η καριέρα του αναγκαστικά σταμάτησε, με τον ίδιο να περνά πολλές ώρες σε αποθεραπείες, ζωγραφική-το μεγάλο του χόμπι- και παραμονή στο σπίτι.
Ακόμη μεγάλες ταινίες, τα The Man who Shot Liberty Valance (1962), με τους Τζον Γουέιν και Τζέιμς Στιούαρτ, το Escape from New York (1981) του Τζον Κάρπεντερ.
Δυστυχώς, τα χρόνια προβλήματα με την καρδιά του αποτέλεσαν και την αιτία θανάτου του, στις 16 Δεκέμβρη 1989 στο σπίτι του στην Καλιφόρνια. Ήταν 64 ετών. Η κλασική του ατάκα, αιτιολογούσε τη σκληράδα, αλλά και τη συμπάθεια που καμιά φορά έβγαζαν οι χαρακτήρες του: «Δεν πιστέυω στην βία, αλλά η απεικόνιση της ωμής βίας στην οθόνη είναι σημαντική γιατί έτσι αποξενώνεσαι ευκολότερα από αυτήν».
