Καταστήματος Αναγνωστικής Εταιρίας Κερκύρας
Ακόμα και αν κάποιος δεν έχει βιώσει το Κερκυραϊκό Πάσχα, σίγουρα έχει ακούσει πολλά. Οι Κερκυραίοι προσμένουμε τις μέρες της Λαμπρής, με τα μοναδικά χαρακτηριστικά τους: θρησκευτική κατάνυξη, λιτανείες, περιφορές Επιταφίων, μουσικές-που από πένθιμα εμβατήρια, εξελίσσονται με το πέρασμα των ημερών σε θριαμβικές μάρτσιες-και άπειρες μυρωδιές που ενώνουν την ευωδία της γλυτσίνας και της πασχαλιάς με το άρωμα της φουγάτσας και της κολομπίνας.
Τα έθιμά μας έχουν βαθιές ρίζες στη βυζαντινή παράδοση, στην ελληνορθόδόξη πίστη, αλλά και ισχυρές επιρροές από την παρουσία των Ενετών για τέσσερις αιώνες, όπως και κάποιες επιδράσεις των Βρετανών, που υπήρξαν βραχύβιοι κυρίαρχοι του νησιού τον 19ο αιώνα. Έως έναν βαθμό, τα έθιμα διαφοροποιούνται μεταξύ της πόλης, των προαστίων και της υπαίθρου, αλλά βασίζονται σε ένα κοινό τρίπτυχο: τη βιωματική σχέση, την αίσθηση της συνέχειας και τη μαζική συμμετοχή όλων των ηλικιών στα θρησκευτικά δρώμενα.
Οι κάτοικοι του νησιού, μέσα από τις ενορίες τους, τις μπάντες των σχεδόν είκοσι φιλαρμονικών, τις δεκάδες χορωδίες, τα πολυάριθμα σώματα του Ερυθρού Σταυρού, των Προσκόπων, των Οδηγών και πολλών άλλων συλλογικών φορέων, συμμετέχουν ενεργά στις μεγάλες θρησκευτικές τελετές. Χιλιάδες άνθρωποι συντονίζονται και συμβάλλουν, ο καθένας με τον τρόπο του, σε αυτό το μοναδικό φαινόμενο του Κερκυραϊκού Πάσχα.
Και φυσικά, σε όλο το νησί, εκείνες τις μέρες, δεσπόζει η λατρεία του Ιερού Σκηνώματος του Αγίου Σπυρίδωνος, που λιτανεύεται με κάθε μεγαλοπρέπεια, τόσο την Κυριακή των Βαίων όσο και το Μεγάλο Σάββατο το πρωί. Η λιτάνευση του αγίου την ημέρα των Βαϊων έχει διάρκεια πάνω από τρεις ώρες και είναι η μεγαλύτερη σε έκταση και διαδρομή, καθώς ο άγιος «στρατεύει», όπως λένε, την περίμετρο της παλιάς, άλλοτε τειχισμένης, πόλης.
Ενώ η λιτάνευση του Αγίου Σπυρίδωνος, μαζί με τον Επιτάφιο του ιερού ναού του, το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου είναι πιο σύντομη, αλλά ιδιαίτερα επιβλητική. Στην περιφορά συμμετέχουν οι μπάντες και των τριών Φιλαρμονικών της πόλης, οι οποίες αποδίδουν διάφορα εμβατήρια: η Παλαιά Φιλαρμονική αποδίδει τη διασκευή του πένθιμου εμβατηρίου από την όπερα «Amleto» του Ιταλού συνθέτη Franco Faccio, η Φιλαρμονική «Μάντζαρος» το πένθιμο εμβατήριο «Calde Lacrime» (Καυτά Δάκρυα) του επίσης Ιταλού συνθέτη de Michelis, ενώ n Φιλαρμονική «Καποδίστριας» αποδίδει τη διασκευή του πένθιμου εμβατηρίου από την «Ηρωική Συμφωνία» του Beethoven.
Μετά την είσοδο του Ιερού Σκηνώματος στην εκκλησία, τηρείται το έθιμο της «Πρώτης Ανάστασης» με τη ρίψη των «μπότηδων». Οι Κερκυραίοι με αυτόν τον τρόπο αναπαριστούμε την προφητεία: «ίνα συντρίψω αύτούς, ώς σκεύη κεραμέως». Στα σπίτια μας δεν σπάμε όλοι μπότηδες (που είναι φαινόμενο σχετικά πρόσφατο) αλλά σπάμε κάποιο παλιό, άχρηστο αγγείο, δηλαδή πιάτο ραγισμένο κ.λπ.
Ένα ακόμη εντυπωσιακό έθιμο είναι ότι, στους περισσότερους ναούς της Κέρκυρας, η Αναστάσιμη Θεία Λειτουργία τελείται το πρωί της Κυριακής και οι ενορίες λιτανεύουν την εικόνα της Ανάστασης που φυλάσσεται σε κάθε ιερό ναό, με τη συνοδεία τμημάτων των Φιλαρμονικών. Τις επόμενες μέρες της διακαινησίμου εβδομάδας πραγματοποιούνται αντίστοιχες λιτανείες στα περισσότερα χωριά της κερκυραϊκής υπαίθρου.
ΓΑΣΤΡΟΚΟΜΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ
Την Κυριακή των Βαϊων συνηθίζεται να τρώμε παστό μπακαλιάρο. Τον βράζουμε για να χρησιμοποιήσουμε το ζουμί στη σκορδαλιά, ενώ το ψαχνό γίνεται κροκέτες με κουρκούτι. Χαρακτηριστικό παραδοσιακό πιάτο των Βαϊων και του Ευαγγελισμού είναι το σαβούρα, το οποίο γίνεται με ψιλό/μικρό ψάρι: σαρδέλα, μαρίδα, μπαρμπουνάκια, βόπες (γόπες), τσέρουλα.
Η προετοιμασία ξεκινά 6-8 μέρες νωρίτερα, με το τηγάνισμα των αλευρωμένων ψαριών. Στο τελευταίο λάδι προσθέτουμε κρεμμυδάκι φρέσκο, σκόρδο φρέσκο, δενδρολίβανο και μαύρη σταφίδα και, αφού τσιγαριστούν, σβήνουμε με ξίδι ή και κρασί. Στοιβάζουμε τα ψάρια, τα περιχύνουμε με το λάδι, τα αφήνουμε για 6-8 μέρες σε γυάλινο δοχείο και κατόπιν είναι έτοιμα προς κατανάλωση.
Από τα νηστίσιμα της Μεγάλης Εβδομάδας, πολύ νόστιμα και εύκολα φαγητά είναι: η μανέστρα κολοπίμπιρι (σπαγκέτι με καυτερή σάλτσα, που γίνεται με κρεμμύδι τριμμένο, κοκκινοπίπερο και μπόλικο λάδι) και η μπούρου-μπούρου (σούπα με μακαροντσίνι, κρεμμύδι τριμμένο, λίγο πελτέ, κοκκινοπίπερο και λάδι). Συναντάμε και πιάτα με λαχανικά και μανέστρα (ζυμαρικά), όπως την καβουλάτα, που είναι μακαροντσίνι με κουνουπίδι ή λάχανο.
Αγαπημένη σαλάτα αυτής της εποχής είναι και η νερατζοσαλάτα με πορτοκάλια κομμένα, με λάδι, αλάτι και κοκκινοπίπερο. Τη Μεγάλη Πέμπτη βάφουμε τα κόκκινα αυγά, ένα για κάθε μέλος του σπιτιού και ένα για το σπίτι, το οποίο κρατάμε όλο τον χρόνο. Την ίδια μέρα ή την προηγούμενη, ετοιμάζουμε τις κολομπίνες και τις φουγάτσες. Η ζύμη μοιάζει με τσουρέκι, αλλά πολύ πιο σφιχτή, αρωματισμένη με περγαμόντο και μαστίχα.
Η κολομπίνα έχει σχήμα περιστεριού (colombo στα ιταλικά) και στολίζεται με ένα κόκκινο αυγό και πολύχρωμα φτερά, ενώ n φουγάτσα έχει σχήμα στρογγυλό. Θυμάμαι, η θεία μου n Μιμή τη σερβίριζε αντί ψωμιού όλη την περίοδο μετά το Πάσχα. Τη Μεγάλη Παρασκευή, πριν από την αποκαθήλωση, δεν κάνουμε καμία εργασία και θυμάμαι από μικρή, όλους στην εκκλησία, ντυμένους πένθιμα. Ούτε στρώνουμε τραπέζι και τρώμε, συνήθως όρθιοι, λίγες ελιές μαρούλι, χαλβά, ταραμά και αγκινάρες-κουκούτσες, βραστές.
Τα γλυκά της Μεγάλης Εβδομάδας που φτιάχνουμε στο σπίτι ή αγοράζουμε στα ζαχαροπλαστεία είναι τα καλτσούνια (ζύμη γεμιστή με σταφίδες, καρύδια ή αμύγδαλα) και τα καντήλια (ζύμη με μαρμελάδα, συνήθως κυδώνι, μπουρνέλα, κάσσια, κουμκουάτ ή φράουλα). Στην Κέρκυρα συνήθως το Μεγάλο Σάββατο, μετά την πρώτη Ανάσταση και το σπάσιμο των αγγείων, στις 11 το πρωί, χαλάμε τη νηστεία.
Αμέσως μετά την πρώτη Ανάσταση, παλιότερα, έσφαζαν τα αρνιά και με το αίμα τους σχημάτιζαν τον Σταυρό πάνω στο μάρμαρο της εξώθυρας κάθε κατοικίας. Ευτυχώς, εδώ και πολλά χρόνια έχει εκλείψει αυτό το έθιμο, αλλά το κλάμα από τα αρνάκια στα καντούνια δεν μπορώ να το ξεχάσω. Στη συνέχεια, βάφουμε κι άλλα αυγά και ετοιμάζουμε τα τσιλίχουρδα για το δείπνο.
Παραδοσιακά, στην Κέρκυρα δεν τρώμε τη μαγειρίτσα σαν σούπα με ρύζι, αυγοκομμένη, αλλά ετοιμάζουμε τη συκωταριά, μαζί με την κοιλιά και τα έντερα ψιλοκομμένα. Πρώτα τα βράζουμε, χωρίς το συκώτι, να πάρουν ένα μπούγιο (δηλαδή μια βράση), και πετάμε το πρώτο νερό. Τσιγαρίζουμε τσιλίχουρδα, μπόλικο αγιασμό, μαϊντανό, άνηθο, σκόρδο και κρεμμύδι, σβήνουμε με κρασί και προσθέτουμε ζεστό νερό για να μαγειρευτούν, αλάτι και πιπέρι. Για να μη μαυρίσουν, δεν βάζουμε τη σπλήνα. Δέκα λεπτά πριν σβήσουμε το φαγητό, προσθέτουμε το συκώτι. Στο ζουμί, στύβουμε χυμό από λεμόνι.
Την Κυριακή του Πάσχα, η παράδοση θέλει σούπα αυγολέμονο και βραστό. Ό,τι είχε ο καθένας-κόκορα, κότα ή μοσχάρι. Αυτό για να μην έρθει βαρύ στο στομάχι το φαγητό, μετά τη μεγάλη νηστεία. Το αρνάκι στον φούρνο με πατάτες ήταν για τη δεύτερη μέρα του Πάσχα. Ελάχιστες οικογένειες, που είχαν καταγωγή από την Ήπειρο κυρίως, έψηναν στη σούβλα. Και στα χωριά το αρνί ή το κατσικάκι το έβαζαν στον φούρνο.
Ακόμα και αν κάποιος δεν έχει βιώσει το Κερκυραϊκό Πάσχα, σίγουρα έχει ακούσει πολλά. Οι Κερκυραίοι προσμένουμε τις μέρες της Λαμπρής, με τα μοναδικά χαρακτηριστικά τους: θρησκευτική κατάνυξη, λιτανείες, περιφορές Επιταφίων, μουσικές-που από πένθιμα εμβατήρια, εξελίσσονται με το πέρασμα των ημερών σε θριαμβικές μάρτσιες-και άπειρες μυρωδιές που ενώνουν την ευωδία της γλυτσίνας και της πασχαλιάς με το άρωμα της φουγάτσας και της κολομπίνας.
Τα έθιμά μας έχουν βαθιές ρίζες στη βυζαντινή παράδοση, στην ελληνορθόδόξη πίστη, αλλά και ισχυρές επιρροές από την παρουσία των Ενετών για τέσσερις αιώνες, όπως και κάποιες επιδράσεις των Βρετανών, που υπήρξαν βραχύβιοι κυρίαρχοι του νησιού τον 19ο αιώνα. Έως έναν βαθμό, τα έθιμα διαφοροποιούνται μεταξύ της πόλης, των προαστίων και της υπαίθρου, αλλά βασίζονται σε ένα κοινό τρίπτυχο: τη βιωματική σχέση, την αίσθηση της συνέχειας και τη μαζική συμμετοχή όλων των ηλικιών στα θρησκευτικά δρώμενα.
Οι κάτοικοι του νησιού, μέσα από τις ενορίες τους, τις μπάντες των σχεδόν είκοσι φιλαρμονικών, τις δεκάδες χορωδίες, τα πολυάριθμα σώματα του Ερυθρού Σταυρού, των Προσκόπων, των Οδηγών και πολλών άλλων συλλογικών φορέων, συμμετέχουν ενεργά στις μεγάλες θρησκευτικές τελετές. Χιλιάδες άνθρωποι συντονίζονται και συμβάλλουν, ο καθένας με τον τρόπο του, σε αυτό το μοναδικό φαινόμενο του Κερκυραϊκού Πάσχα.
Και φυσικά, σε όλο το νησί, εκείνες τις μέρες, δεσπόζει η λατρεία του Ιερού Σκηνώματος του Αγίου Σπυρίδωνος, που λιτανεύεται με κάθε μεγαλοπρέπεια, τόσο την Κυριακή των Βαίων όσο και το Μεγάλο Σάββατο το πρωί. Η λιτάνευση του αγίου την ημέρα των Βαϊων έχει διάρκεια πάνω από τρεις ώρες και είναι η μεγαλύτερη σε έκταση και διαδρομή, καθώς ο άγιος «στρατεύει», όπως λένε, την περίμετρο της παλιάς, άλλοτε τειχισμένης, πόλης.
Ενώ η λιτάνευση του Αγίου Σπυρίδωνος, μαζί με τον Επιτάφιο του ιερού ναού του, το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου είναι πιο σύντομη, αλλά ιδιαίτερα επιβλητική. Στην περιφορά συμμετέχουν οι μπάντες και των τριών Φιλαρμονικών της πόλης, οι οποίες αποδίδουν διάφορα εμβατήρια: η Παλαιά Φιλαρμονική αποδίδει τη διασκευή του πένθιμου εμβατηρίου από την όπερα «Amleto» του Ιταλού συνθέτη Franco Faccio, η Φιλαρμονική «Μάντζαρος» το πένθιμο εμβατήριο «Calde Lacrime» (Καυτά Δάκρυα) του επίσης Ιταλού συνθέτη de Michelis, ενώ n Φιλαρμονική «Καποδίστριας» αποδίδει τη διασκευή του πένθιμου εμβατηρίου από την «Ηρωική Συμφωνία» του Beethoven.
Μετά την είσοδο του Ιερού Σκηνώματος στην εκκλησία, τηρείται το έθιμο της «Πρώτης Ανάστασης» με τη ρίψη των «μπότηδων». Οι Κερκυραίοι με αυτόν τον τρόπο αναπαριστούμε την προφητεία: «ίνα συντρίψω αύτούς, ώς σκεύη κεραμέως». Στα σπίτια μας δεν σπάμε όλοι μπότηδες (που είναι φαινόμενο σχετικά πρόσφατο) αλλά σπάμε κάποιο παλιό, άχρηστο αγγείο, δηλαδή πιάτο ραγισμένο κ.λπ.
Ένα ακόμη εντυπωσιακό έθιμο είναι ότι, στους περισσότερους ναούς της Κέρκυρας, η Αναστάσιμη Θεία Λειτουργία τελείται το πρωί της Κυριακής και οι ενορίες λιτανεύουν την εικόνα της Ανάστασης που φυλάσσεται σε κάθε ιερό ναό, με τη συνοδεία τμημάτων των Φιλαρμονικών. Τις επόμενες μέρες της διακαινησίμου εβδομάδας πραγματοποιούνται αντίστοιχες λιτανείες στα περισσότερα χωριά της κερκυραϊκής υπαίθρου.
ΓΑΣΤΡΟΚΟΜΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ
Την Κυριακή των Βαϊων συνηθίζεται να τρώμε παστό μπακαλιάρο. Τον βράζουμε για να χρησιμοποιήσουμε το ζουμί στη σκορδαλιά, ενώ το ψαχνό γίνεται κροκέτες με κουρκούτι. Χαρακτηριστικό παραδοσιακό πιάτο των Βαϊων και του Ευαγγελισμού είναι το σαβούρα, το οποίο γίνεται με ψιλό/μικρό ψάρι: σαρδέλα, μαρίδα, μπαρμπουνάκια, βόπες (γόπες), τσέρουλα.
Η προετοιμασία ξεκινά 6-8 μέρες νωρίτερα, με το τηγάνισμα των αλευρωμένων ψαριών. Στο τελευταίο λάδι προσθέτουμε κρεμμυδάκι φρέσκο, σκόρδο φρέσκο, δενδρολίβανο και μαύρη σταφίδα και, αφού τσιγαριστούν, σβήνουμε με ξίδι ή και κρασί. Στοιβάζουμε τα ψάρια, τα περιχύνουμε με το λάδι, τα αφήνουμε για 6-8 μέρες σε γυάλινο δοχείο και κατόπιν είναι έτοιμα προς κατανάλωση.
Από τα νηστίσιμα της Μεγάλης Εβδομάδας, πολύ νόστιμα και εύκολα φαγητά είναι: η μανέστρα κολοπίμπιρι (σπαγκέτι με καυτερή σάλτσα, που γίνεται με κρεμμύδι τριμμένο, κοκκινοπίπερο και μπόλικο λάδι) και η μπούρου-μπούρου (σούπα με μακαροντσίνι, κρεμμύδι τριμμένο, λίγο πελτέ, κοκκινοπίπερο και λάδι). Συναντάμε και πιάτα με λαχανικά και μανέστρα (ζυμαρικά), όπως την καβουλάτα, που είναι μακαροντσίνι με κουνουπίδι ή λάχανο.
Αγαπημένη σαλάτα αυτής της εποχής είναι και η νερατζοσαλάτα με πορτοκάλια κομμένα, με λάδι, αλάτι και κοκκινοπίπερο. Τη Μεγάλη Πέμπτη βάφουμε τα κόκκινα αυγά, ένα για κάθε μέλος του σπιτιού και ένα για το σπίτι, το οποίο κρατάμε όλο τον χρόνο. Την ίδια μέρα ή την προηγούμενη, ετοιμάζουμε τις κολομπίνες και τις φουγάτσες. Η ζύμη μοιάζει με τσουρέκι, αλλά πολύ πιο σφιχτή, αρωματισμένη με περγαμόντο και μαστίχα.
Η κολομπίνα έχει σχήμα περιστεριού (colombo στα ιταλικά) και στολίζεται με ένα κόκκινο αυγό και πολύχρωμα φτερά, ενώ n φουγάτσα έχει σχήμα στρογγυλό. Θυμάμαι, η θεία μου n Μιμή τη σερβίριζε αντί ψωμιού όλη την περίοδο μετά το Πάσχα. Τη Μεγάλη Παρασκευή, πριν από την αποκαθήλωση, δεν κάνουμε καμία εργασία και θυμάμαι από μικρή, όλους στην εκκλησία, ντυμένους πένθιμα. Ούτε στρώνουμε τραπέζι και τρώμε, συνήθως όρθιοι, λίγες ελιές μαρούλι, χαλβά, ταραμά και αγκινάρες-κουκούτσες, βραστές.
Τα γλυκά της Μεγάλης Εβδομάδας που φτιάχνουμε στο σπίτι ή αγοράζουμε στα ζαχαροπλαστεία είναι τα καλτσούνια (ζύμη γεμιστή με σταφίδες, καρύδια ή αμύγδαλα) και τα καντήλια (ζύμη με μαρμελάδα, συνήθως κυδώνι, μπουρνέλα, κάσσια, κουμκουάτ ή φράουλα). Στην Κέρκυρα συνήθως το Μεγάλο Σάββατο, μετά την πρώτη Ανάσταση και το σπάσιμο των αγγείων, στις 11 το πρωί, χαλάμε τη νηστεία.
Αμέσως μετά την πρώτη Ανάσταση, παλιότερα, έσφαζαν τα αρνιά και με το αίμα τους σχημάτιζαν τον Σταυρό πάνω στο μάρμαρο της εξώθυρας κάθε κατοικίας. Ευτυχώς, εδώ και πολλά χρόνια έχει εκλείψει αυτό το έθιμο, αλλά το κλάμα από τα αρνάκια στα καντούνια δεν μπορώ να το ξεχάσω. Στη συνέχεια, βάφουμε κι άλλα αυγά και ετοιμάζουμε τα τσιλίχουρδα για το δείπνο.
Παραδοσιακά, στην Κέρκυρα δεν τρώμε τη μαγειρίτσα σαν σούπα με ρύζι, αυγοκομμένη, αλλά ετοιμάζουμε τη συκωταριά, μαζί με την κοιλιά και τα έντερα ψιλοκομμένα. Πρώτα τα βράζουμε, χωρίς το συκώτι, να πάρουν ένα μπούγιο (δηλαδή μια βράση), και πετάμε το πρώτο νερό. Τσιγαρίζουμε τσιλίχουρδα, μπόλικο αγιασμό, μαϊντανό, άνηθο, σκόρδο και κρεμμύδι, σβήνουμε με κρασί και προσθέτουμε ζεστό νερό για να μαγειρευτούν, αλάτι και πιπέρι. Για να μη μαυρίσουν, δεν βάζουμε τη σπλήνα. Δέκα λεπτά πριν σβήσουμε το φαγητό, προσθέτουμε το συκώτι. Στο ζουμί, στύβουμε χυμό από λεμόνι.
Την Κυριακή του Πάσχα, η παράδοση θέλει σούπα αυγολέμονο και βραστό. Ό,τι είχε ο καθένας-κόκορα, κότα ή μοσχάρι. Αυτό για να μην έρθει βαρύ στο στομάχι το φαγητό, μετά τη μεγάλη νηστεία. Το αρνάκι στον φούρνο με πατάτες ήταν για τη δεύτερη μέρα του Πάσχα. Ελάχιστες οικογένειες, που είχαν καταγωγή από την Ήπειρο κυρίως, έψηναν στη σούβλα. Και στα χωριά το αρνί ή το κατσικάκι το έβαζαν στον φούρνο.
