15.12.25

Η Κέρκυρα μέσα στον χρόνο

Από την ΒΙΒΗ ΚΟΥΡΗ
Αρχαιολόγο-ιστορικό, διπλ. ξεναγό, δρα Ιστορίας

Όταν μου ζητήθηκε να γράψω ένα σύντομο κείμενο για την ιστορία του νησιού μου, σκέφτηκα ότι εκτός από τα ιστορικά γεγονότα πρέπει πρώτα απ' όλα να μιλήσω για τη θέση αυτού του νησιού στη θάλασσα της Μεσογείου. Μια θέση που καθόρισε την ταυτότητα και την ιστορία του, καθώς, ως γέφυρα ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, αλλά και φρουρός της Αδριατικής, γνώρισε μέρες πλούτου και δύναμης, αλλά και κατακτήσεις και λεηλασίες.

Θα ξεκινήσω λοιπόν την εξιστόρησή μου από την 'Υστερη Αρχαιότητα, τότε που η πόλη της Κέρκυρας, διάσημη κάποτε για τον πλούτο και τη ναυτική της δύναμη; αλλά μάλλον ξεπεσμένη πλέον, βρισκόταν ακόμη στη χερσόνησο του Κανονιού, στην περιοχιή που μέχρι σήμερα οι Κερκυραίοι ονομάζουν Παλαιόπολη. Φαίνεται πως στα μέσα του 5ου αι. μ.Χ. οι κάτοικοι της αρχαίας πόλης άρχισαν σταδιακά να την εγκαταλείπουν για να βρουν καταφύγιο στη μικρή, δικόρυφη χερσόνησο, όπου σήμερα βρίσκεται το Παλαιό Φρούριο.

Οι οχυρώσεις της μικρής αυτής καστροπολιτείας κατασκευάστηκαν σταδιακά. Η σημερινή εικόνα του Παλαιού Φρουρίου είναι το αποτέλεσμα διαρκών παρεμβάσεων που ξεκίνησαν τον 6ο αι. μ.Χ. Τον 11ο και τον 12ο αιώνα η Κέρκυρα υπέστη επιδρομές των Νορμανδών, οι οποίοι την κυρίευσαν τέσσερις φορές, ενώ ισάριθμες φορές την ανακατέλαβαν οι Βυζαντινοί.

Το 1203 έγινε ορμητήριο του στόλου των σταυροφόρων της Δ' Σταυροφορίας και, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 και το μοίρασμα των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που οι άνθρωποι της εποχής την ονόμαζαν Ρωμανία, πέρασε για ένα σύντομο διάστημα στους Βενετούς.

Η περίοδος από το 1204 μέχρι την οριστική προσάρτηση του νησιού στους Βενετούς, το 1386, υπήρξε εξαιρετικά ταραγμένη και αβέβαιη. Η Κέρκυρα ήταν σημαντική για όποιον ήθελε να κυριαρχήσει στη Ρωμανία και γι' αυτό έγινε το μήλον της Εριδος για όλες τις ναυτικές και μη δυνάμεις που δραστηριοποιούνταν στην Ανατολική Μεσόγειο, την Ισπανία, τον Πάπα, την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τη Γένοβα, τη Βενετία, τους δεσπότες της Ηπείρου, τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, τους βασιλείς της Νεαπόλεως, αλλά και για πειρατές και κουρσάρους.

Όποιος ήθελε να κατακτήσει το νησί έπρεπε να καταλάβει τα κάστρα του, και κυρίως την καστροπολιτεία της δικόρυφης ακρόπολης. Εξίσου σημαντικό ήταν να εξασφαλίσει την εύνοια των ανδρών εκείνων που συνδύαζαν πολεμική αρετή και κοινωνική δύναμη στο νησί, υποσχόμενος φέουδα, τα οποία και τους παραχωρούσε μετά την κατάκτηση.

Το 1214, η Κέρκυρα πέρασε στην εξουσία των δεσποτών της Ηπείρου έως το 1258, οπότε την κατέκτησε-μαζί με το Δυρράχιο, την Αυλώνα, το Βεράτιο, τη Χειμάρρα και το Σοποτό- ο Φίλιππος Κινάρδος, ναύαρχος του βασιλιά της Νεαπόλεως Μαμφρέδου, γνωστού Γιβελλίνου (Γιβελλίνοι ονομάζονταν οι υποστηρικτές του αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, πολιτικοί αντίπαλοι των Γουέλφων, που υποστήριζαν τον Πάπα).

Ο Κινάρδος είχε τη διοίκηση των κατακτημένων περιοχών έως τη μάχη του Benevento, τον Φεβρουάριο του 1266. Στη μάχη αυτή ανάμεσα στις δυνάμεις του Μαμφρέδου και του Καρόλου του Ανδηγαυού, γιου του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου Η', που είχε εισβάλει στην Ιταλία παρακινημένος από τον Πάπα, για να κυριεύσει το κράτος του Μαμφρέδου, ο τελευταίος σκοτώθηκε και το βασίλειο πέρασε στην εξουσία του Καρόλου A', που εγκαινίασε τη δυναστεία των Ανδηγαυών στο βασίλειο της Νεαπόλεως.

'Ετσι, το 1272 το νησί και τα κάστρα της Κέρκυρας παραδόθηκαν στους εκπροσώπους του Καρόλου και άρχισε η ανδηγαυική κυριαρχία στην Κέρκυρα και στα ηπειρωτικά εξαρτήματά της (Χειμάρρα, Δυρράχιο, Αυλώνα, Πάνορμο, Σοποτό, Βουθρωτό, Σύβοτα και Βόνιτσα). Κατά την Ανδηγαυική περίοδο, στην οχυρωμένη καστροπολιτεία υπήρχε το Παλαιό Κάστρο στη δυτική κορυφή του σημερινού Παλαιού Φρουρίου, το Νέο Κάστρο στην ανατολική κορυφή και το Κάστρο της Σιδηράς Πύλης μπροστά από τη δυτική κορυφή.

Μια οχυρωματική τάφρος, περίπου στη θέση της σημερινής, ξεκίνησε να ανοίγεται από τους Ανδηγαυούς, αλλά δεν ολοκληρώθηκε. Τη διάνοιξαν οι Βενετοί γύρω στο 1425. Στο υπόλοιπο νησί υπήρχαν ακόμη δύο κάστρα, το Αγγελόκαστρο και το κάστρο της Κασσιόπης. Το βυζαντινό κάστρο του Γαρδικιού, στο νότιο τμήμα του νησιού, προφανώς είχε πέσει σε αχρησία, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται πουθενά η χρήση ή η λειτουργία του την εποχή αυτή.

Η τελευταία περίοδος της ανδηγαυικής κυριαρχίας ήταν ιδιαίτερα ταραγμένη. Αλλεπάλληλες επιδρομές και εναλλαγές κυριάρχων ανάγκασαν το 1386 τους Κερκυραίους να ζητήσουν την προστασία της Βενετίας, υποσχόμενοι πίστη και υποταγή στη Γαληνοτάτη.Έτσι ξεκίνησε η βενετική κυριαρχία στην Κέρκυρα, που διήρκεσε 411 χρόνια, έως το 1797.

Στη διάρκειά της οι Κερκυραίοι υπέστησαν τα δεινά τριών οθωμανικών πολιορκιών, το 1537, το 1571 και το 1716. Κατά τις δύο πρώτες, οι κάτοικοι που δεν χωρούσαν πια στην καστροπολιτεία και είχαν εγκατασταθεί στο εκτός των τειχών ξωπόλι, έμειναν απροστάτευτοι και έχασαν την ελευθερία τους και τις περιουσίες τους, ακόμη και τη ζωή τους.

Έτσι, μετά από συνεχείς πιέσεις των Κερκυραίων, η Βενετία συναίνεσε στην κατασκευή νέων οχυρωματικών έργων, τμήματα των οποίων σώζονται μέχρι σήμερα και περιβάλλουν την παλιά πόλη. Οι νέες αυτές οχυρώσεις ολοκληρώθηκαν μέχρι τα τέλη του 16ου αιώνα και περιλάμβαναν, εκτός από το περιμετρικό τείχος, τρεις προμαχώνες και ένα ακόμη φρούριο, που ονομάστπκε Νέο Φρούριο και αποτελούσε την κεφαλή και βάση υποστήριξης της νέας οχύρωσης.

Στον άξονα Β-Ν κατασκευάστηκαν τέσσερις πύλες, η Πόρτα Ριάλα (Porta Reale), η Πόρτα Ρεμούντα (Porta Rαimοndα), η Πόρτα Σπηλαία (Porta Spilea) και η Πύλη του Αγίου Νικολάου (Porta San Nicolo). Κατά το διάστημα αυτό, τα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου Πελάγους πέρασαν επίσης υπό βενετική κυριαρχία και στο εξής αποτέλεσαν μια διακριτή ενότητα με κοινή πορεία έως την ένωση με την Ελλάδα, το 1864.

Το τέλος της ενετικής κυριαρχίας ήρθε το 1797, με την υποταγή της Βενετίας στον Ναπολέοντα. Στα Επτάνησα έφτασε ο γαλλικός στρατός, ευαγγελιζόμενος την ελευθερία, την ισότητα και την αδελφοσύνη. Οι Γάλλοι-που τους λέμε «Δημοκρατικούς» για να τους αντιδιαστείλουμε με τους «Αυτοκρατορικούς», που θα εμφανιστούν μετά από λίγα χρόνια-κατάργησαν τα φέουδα και τους τίτλους ευγενείας, έκαψαν το Libro d'Oro και φύτεψαν το δέντρο της ελευθερίας.

Επίσης ίδρυσαν τυπογραφείο στην Κέρκυρα, φρόντισαν για τη δημόσια εκπαίδευση και όρισαν την ελληνική ως επίσημη γλώσσα. Σύντομα, όμως, εμφανίστηκε στη θάλασσα της Κέρκυρας o ενωμένος στόλος της Ρωσίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποτέλεσμα της συμμαχίας των δύο κρατών εναντίον του Ναπολέοντα.

Ο ρωσοτουρκικός στόλος, με αρχηγό τον Ρώσο ναύαρχο Ουσακώφ, είχε ήδη κατακτήσει τα υπόλοιπα Επτάνησα ξεκινώντας από τα Κύθηρα, το 1798. Μετά την αιματηρή κατάκτηση του νησιού, οι Ρωσοτούρκοι ίδρυσαν στα Επτάνησα ένα ημιαυτόνομο κρατίδιο, την Επτάνησο Πολιτεία, υπό την προστασία της Ρωσίας και την επικυριαρχία της Υψηλής Πύλης, με πρωτεύουσα την Κέρκυρα, όπου έδρευε n κυβέρνηση του κράτους, η Γερουσία.

Πρόκειται για το πρώτο ελληνικό κράτος στη σύγχρονη ιστορία. Το 1800 συντάχθηκε στην Κωνσταντινούπολη το σύνταγμα της Επτανήσου Πολιτείας, που γι' αυτόν τον λόγο ονομάστηκε Βυζαντινό. Σύμφωνα με αυτό, το πολίτευμα ήταν ολιγαρχικό, καθώς καταργήθηκε η κληρονομική ευγένεια και καθιερώθηκε η λεγόμενη «συνταγματική ευγένεια».

Στη μικρή αυτή πολιτεία εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον δημόσιο βίο ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος ανέλαβε με επιτυχία διάφορα δημόσια αξιώματα, δείχνοντας από νεαρή ηλικία την πολιτική του ιδιοφυία. Με τη Συνθήκη του Τιλσίτ, το 1807, τα Επτάνησα παραχωρήθηκαν στον Ναπολέοντα, που είχε από το 1804 ανακηρυχθεί αυτοκράτορας της Γαλλίας.

H Επτάνησος Πολιτεία καταργήθηκε και τη διοίκηση των Επτανήσων ανέλαβε ο αυτοκρατορικός επίτροπος στρατηγός Δονζελό, ο οποίος έδειξε έμπρακτο ενδιαφέρον για την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη των νησιών. Το πιο γνωστό και ονομαστό επίτευγμα της περιόδου των Γάλλων Αυτοκρατορικών στην Κέρκυρα είναι το συγκρότημα του Λιστόν, που άρχισε να χτίζεται αυτή την περίοδο.

Αξίζει να διακόψουμε την εξιστόρηση προκειμένου να διαψεύσουμε έναν μύθο που στοιχειώνει τον θρυλικό αυτόν δρόμο, ότι τάχα μόνο όσοι ήταν γραμμένοι στη λίστα (δηλαδή το Libro d' Oro) είχαν το δικαίωμα να κάνουν τον περίπατό τους στο Λιστόν. Είναι απορίας άξιο πώς προέκυψε η ερμηνεία αυτή και γιατί είναι τόσο ανθεκτική, τη στιγμή που έχει αποδειχθεί ότι η λέξη προέρχεται από το βενετσιάνικο Iiston, που σημαίνει τον κεντρικό χώρο για περίπατο και κοινωνική συναναστροφή και που ως όρος υπάρχει και σε άλλες ιταλικές πόλεις.

H τελευταία περίοδος στην ιστορία της Κέρκυρας και των Επτανήσων πριν από την ένωση με το Ελληνικό Βασίλειο, το 1864, σφραγίστηκε από τη Βρετανική Προστασία, που άρχισε στην πράξη το 1814 και τυπικά με τη Συνθήκη των Παρισίων, το 1815.

Τότε ιδρύθηκε το Ιόνιο Κράτος στα πρότυπα της Επτανήσου Πολιτείας, τυπικά ανεξάρτητο, με δική του Βουλή και κυβέρνηση (Γερουσία), στην πράξη όμως ελεγχόμενο από το σιδερένιο χέρι του Αγγλου αρμοστή. Για την περίοδο αυτή έχουν υποστηριχθεί διαμετρικά αντίθετες απόψεις, ανάλογα με την οπτική γωνία του ομιλούντος, οι οποίες μάλλον ισχύουν όλες εξίσου και δεν αναιρούν οι μεν τις δε.

Με άλλα λόγια, επί Αγγλοκρατίας κατασκευάστηκαν έργα υποδομής στα νησιά, και κυρίως στην Κέρκυρα, που άλλαξαν την καθημερινότητα των κατοίκων. Και δεν μιλώ μόνο για το περίφημο παλάτι του Άγγλου αρμοστή στο βόρειο άκρο της Σπιανάδας της Κέρκυρας, αλλά και για έργα όπως το άγνωστο στο ευρύ κοινό υδραγωγείο της Κέρκυρας, που έφερε για πρώτη φορά τρεχούμενο νερό στην πόλη, ένα τεράστιο και άρτια εκτελεσμένο τεχνικό έργο, που σώζεται μέχρι σήμερα σε μεγάλο βαθμό και έχει χαρακτηριστεί μνημείο.

Μιλώ επίσης για το οδικό δίκτυο της Κέρκυρας, που εν πολλοίς χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα. Για την ίδρυση της Ιονικής Τράπεζας, με την οποία επιχειρήθηκε ο περιορισμός της τοκογλυφίας, που αποτελούσε μάστιγα για τους Κερκυραίους από τις αρχές της Ενετοκρατίας. Για το σύγχρονο για τα δεδομένα της εποχής σωφρονιστήριο, το πτωχοκομείο κ.ά.

Κι από την άλλη, πρέπει να αναφέρουμε την απάνθρωπη στάση των Αγγλων «προστατών» απέναντι στους Επτανήσιους που επιχείρησαν να βοηθήσουν με οποιονδήποτε τρόπο τους επαναστατημένους Έλληνες. Για τις δημεύσεις των περιουσιών τους, για τις εξορίες και τις εκτελέσεις.

Για την πώληση της Πάργας στον Αλή Πασά. Για τη μόνιμη υπερχρέωση των αγροτικών νοικοκυριών. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί η συνεισφορά των Άγγλων στη διαμόρφωση του couleur locale, καθώς δική τους κληρονομιά είναι το κρίκετ, n τσιτσιμπίρα και οι μπάντες της Κέρκυρας, που άρχισαν να ιδρύονται εκείνη την εποχή και είχαν ως πρότυπο την αγγλική στρατιωτική μπάντα.