Τα πέτρινα χαλάσματα που μια χάνονται και μια ξεπροβάλλουν μέσα από την κινούμενα ανοιξιάτικη ομίχλη, σε υποδέχονται μέσα στην απόλυτη ηρεμία. Ακατοίκητη και εγκαταλελειμμένη εδώ και χρόνια, η Παλαιά Περίθεια στέκει παρ' όλα αυτά αγέρωχη στις πλαγιές του Παντοκράτορα, της ψηλότερης κορυφής της Κέρκυρας, στη βόρεια άκρια του νησιού.
Για να φτάσεις εδώ, πρέπει να σε οδηγήσει κάποιος ντόπιος μέσα από στενά δασικά δρομάκια, από όπου μετά βίας περνά αυτοκίνητο, για να καταλήξεις στο έμπα του χωριού, ένα χωμάτινο πλάτωμα με θέα τις γύρω πλαγιές. 'Ενα κατηφορικό πέτρινο καντούνι μάς οδηγεί λίγα βήματα πιο χαμηλά, σε ένα μικρότερο πλάτωμα που το κυκλώνουν τρεις από τις τέσσερις ταβέρνες αυτού του χωριού-φάντασμα.
Γι' αυτές τις ταβέρνες ταξιδέψαμε μέχρι εδώ και αναρωτιόμαστε πώς γίνεται να επιβιώνουν σε έναν ακατοίκητο τόπο. Τα μυστηριακά χαλάσματα ολόγυρά μας ωστόσο μας καλούσαν κοντά τους, να μας διηγηθούν ιστορίες αυτού του χωριού-φάντασμα, αλλά και των ανθρώπων που κάπως παράτολμα μαγειρεύουν σε τούτες τις ταβέρνες, στη μέση του πουθενά.
Η ΠΕΡΙΘΕΙΑ, ΠΟΥ ΚΑΠΟΤΕ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΠΑΛΑΙΑ
Στα πέτρινα δρομάκια χοροπηδάει χαρούμενος ο σκύλος του Τζον, του μοναδικού μόνιμου κατοίκου της Παλαιάς Περίθειας, που δεν θέλησε ούτε να μιλήσει ούτε να φωτογραφηθεί, πιστός στην επιλογή του για μια ζωή απόλυτης απομάκρυνσης από τον κόσμο. Μας χαιρετά ωστόσο με ένα ευγενικό χαμόγελο, συστήνεται μόνο με το μικρό του όνομα και χάνεται στα σοκάκια, επιστρέφοντας στο σπίτι του, με τον σκύλο του να τον ακολουθεί χαρούμενος.
Στα πόδια μας μπλέκονται μονάχα οι γάτες που κυκλοφορούν αθόρυβα στα χαλάσματα, περιμένοντας να μπει για τα καλά η άνοιξη και να ανοίξουν ξανά οι ταβέρνες του χωριού-όλο και κάποιον μεζέ θα τσιμπήσουν κι αυτές.
Περπατάμε ανάμεσα στα χαλάσματα, με ξεναγό τον αντιδήμαρχο Τουρισμού, Εξωστρέφειας και Επιχειρπματικότητας Δήμου Βόρειας Κέρκυρας, Νίκο Χειρδάρη, ο οποίος μέχρι πρόσφατα διατηρούσε την τέταρτη ταβέρνα του χωριού, την Ωγνίστρα, που θα πει «γωνίστρα», «τζάκι».
«Το χωριό αυτό, η Περίθεια, κάποτε ήταν κεφαλοχώρι του παλιού Δήμου Κασσοπαίων, με 1.200 κατοίκους, 135 σπίτια και οκτώ εκκλησίες», με ενημερώνει ο κ. Χειρδάρης. Ένα επιβλητικό κτίσμα, το Αρχοντικό Σκορδίλη, άδειο κέλυφος πια, ήταν άλλοτε το Δημοτικό Σχολείο, δωρεά στους κατοίκους από την ομώνυμη τοπική κραταιά οικογένεια. «Λέγεται πως το όνομα Περίθεια το χρωστάει το χωριό ακριβώς στις πολλές εκκλησίες που το κυκλώνουν: πέριξ και θεία.
Μια άλλη εκδοχή είναι ότι, επειδή το κυκλώνουν και βουνοπλαγιές, έχει περιμετρική θέα», προσθέτει ο κ. Χειρδάρης. Είτε με θέα είτε με θεία, η Περίθεια θεωρείται το παλαιότερο χωριό της Κέρκυρας, με μόνιμη κατοίκηση από τον 13ο αιώνα, n οποία τερματίστηκε οριστικά τη δεκαετία του 1960. 'Ηταν χωριό με πλούτο και γεννήματα άφθονα, η γη έδινε απλόχερα και οι κάτοικοι ζούσαν σαν άρχοντες.
Οι γύρω πλαγιές αντιλαλούσαν από τα κουδούνια των κοπαδιών, κάπου 5.000 αιγοπρόβατα. Αμπελοτόπια απλώνονταν ολόγυρα, τα χέρσα σήμερα χωράφια, πνιγμένα στα αγριόχορτα, ήταν καλλιεργημένα και έδιναν άφθονα μποστανικά, καπνά, στάρια και καλαμπόκια. Αν προσέξεις, θα παρατηρήσεις και απομεινάρια από χορταριασμένα αλώνια, πέντε τον αριθμό.
Χαμηλά, στους πρόποδες του Παντοκράτορα, οι Περιθειώτες είχαν τα λιόδεντρά τους και ακόμα περισσότερα χωράφια, και κατέβαιναν κάθε πρωί για να τα φροντίζουν. Ήταν όμως μεγάλος ο κάματος αυτού του καθημερινού πηγαινέλα κι έτσι αναγκάστηκαν, για ευκολία, να φτιάξουν κοντά στις αγροτικές τους δουλειές πρόχειρες «κατοικιές» στις οποίες άρχισαν με τα χρόνια να μένουν τελικά μόνιμα.'Ενα νέο χωριό γεννήθηκε,
Περίθεια κι αυτό, αναπτύχθηκε και μεγάλωσε. Μόλις οι αγροτικές εργασίες τελείωναν και μαζί έκλειναν και τα σχολεία, ανηφόριζαν πάλι στα πρώτα σπίτια τους, στην Παλαιά ή Άνω Περίθεια πλέον, για τρεις καλοκαιρινούς μήνες ξεκούρασης και βουνίσιου αέρα.
ΕΠΕΙΤΑ ΗΡΘΕ Ο ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
Η Περίθεια φημιζόταν και για το καλό νερό της από κεφαλόβρυσο, το Πάνω Πηγάδι, ξακουστό σε όλη την Κέρκυρα-κρυστάλλινο, πεντακάθαρο και ιαματικό. Ότον τοποθετήθηκαν σωληνώσεις για ύδρευση, ο υδροφόρος ορίζοντας χάθηκε, το Πάνω Πηγάδι στέρεψε.'Ηταν το πρώτο από τα χτυπήματα που δέχτηκε η Περίθεια. Το δεύτερο ήρθε από τον τουρισμό.
«Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, ξεκίνησε η έντονη τουριστική ανάπτυξη της Κέρκυρας στα παράλια μέρη», περιγράφει ο κ. Χειρδάρης. «Οι τότε νέοι της εποχής άρχισαν να εργάζονται στον τουρισμό και δεν έρχονταν πια εδώ τα καλοκαίρια. Σιγά σιγά το χωριό εγκαταλείφθηκε εντελώς και τα σπίτια άρχισαν να ρημάζουν, αφού δεν συντηρούνταν. Έπειτα, οι παλιοί κάτοικοι κληροδοτούσαν τα σπίτια τους σε πολυάριθμους κληρονόμους που δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν στα συντήρησή τους».
Κάποια από τα σπίτια έχουν αγοραστεί από 'Ελληνες και ξένους, αλλά δεν έχουν ανακατασκευαστεί και κατοικηθεί ακόμη. Το χωριό, με δύο ξεχωριστές αποφάσεις του υπουργείου Πολιτισμού, είναι κηρυγμένο Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο και Τοπίο Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους που χρήζει κρατικής μέριμνας και φροντίδας. Η ειδική άδεια και η εξίσου ειδική κατεύθυνση από την Αρχαιολογική Υπηρεσία για την ανακατασκευή των κτιρίων δένουν τα χέρια σε πολλούς ιδιοκτήτες, λόγω τεράστιου οικονομικού κόστους.
«Θέλουμε πολύ να μην αλλάξει στο ελάχιστο ο χαρακτήρας του χωριού, αλλά ούτε η μέριμνα ούτε η βοήθεια έφτασαν ποτέ από το κράτος. Τις περιμένουμε, είναι στον δρόμο...», λέει ο κ. Χειρδάρης γελώντας με νόημα. Θλιβερή λοιπόν η κατάληξη για ένα τέτοιο ακμάζον αρχοντοχώρι. Η γοητεία του ωστόσο παραμένει. Τα ερείπια έγιναν πόλος έλξης χιλιάδων ταξιδιωτών, σε βαθμό που η Παλαιά Περίθεια είναι μέσα στα τρία πιο επισκέψιμα και πιο πολυφωτογραφημένα σημεία της Κέρκυρας.
Στην περιήγησή μας στα χαλάσματα είδαμε πεζοπόρους κάθε εθνικότητας να περπατούν στα στενά μονοπάτια μέσα και γύρω από το χωριό, να κοντοστέκονται κάθε τόσο για να φωτογραφίσουν τη θέα και να μας χαιρετήσουν χαρούμενα και ανέμελα. Χάρη σε αυτούς τους περαστικούς ταξιδιώτες, ξαναζωντάνεψαν οι παλιές ταβέρνες κι έτσι οι επισκέπτες, εκτός από πεζοπορία και θέα, άρχισαν να απολαμβάνουν εδώ και καλό φαγητό.
Περπατάμε κάτω από την ψηλή πέτρινη αψίδα με το σκαλιστό οικόσημο του παλιού άρχοντα Σκορδίλη, μια αληθινά σουρεαλιστική εικόνα, αφού η μεγαλόπρεπη αψίδα οδηγεί απλώς σε ένα χορταριασμένο χωράφι.
Προσπερνάμε το παλιό δημαρχείο, με το αποτύπωμα του ηλιακού του ρολογιού να αχνοφαίνεται στην πρόσοψη, τα δίπατα σπίτια με τους ξεχαρβαλωμένους εξώστες και τα σπασμένα φουρούσια με τους κισσούς και την άγρια βλάστηση να τα σφιχταγκαλιάζει, γκρεμίζοντάς τα αργά, πέτρα την πέτρα, και αναρωτιέμαι πόση δύναμη μπορεί να έχει τελικά το δέλεαρ του τουρισμού ώστε να ξεριζώσει αργά και αθόρυβα τους κατοίκους ενός τόσο όμορφου και πλούσιου τόπου και να μετατρέψει ένα τρανό αρχοντοχώρι σε ερείπια.
Ο δήμος, με ενημερώνει ο κ. Χειρδάρης, εκπονεί μελέτη υπό την επίβλεψη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, ώστε τουλάχιστον το εμβληματικό κτίριο του παλιού σχολείου να αναπαλαιωθεί πιστά και να λειτουργήσει ως λαογραφικό μουσείο και χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων. Διότι έτσι καταλήγουν τα ρημαγμένα από εγκατάλειψη χωριά: τα σχολεία να γίνονται μουσεία και τα σπίτια τουριστική ατραξιόν.
