24.12.25

Τα ελληνικά Cabernet Sauvignon

Κείμενο: Ανδρέας Ν. Ανδρουλιδάκης

Το Cabernet Sauvignon κατέχει, εδώ και αρκετά χρόνια, την πρώτη θέση μεταξύ των οινοποιήσιμων ποικιλιών αμπέλου παγκοσμίως, από άποψη εκτάσεων που καλλιεργούνται. Μάλιστα, με περίπου 3.410.000 στρέμματα μοιρασμένα σε όλες σχεδόν τις οινοπαραγωγικές χώρες, διατηρεί μια σχετική απόσταση ασφαλείας από τον πλησιέστερο ανταγωνιστή του, το Merlot, καθώς τα χωρίζουν, σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις, πάνω από 700.000 στρέμματα.

Παρότι έχει ταυτισθεί με την περιοχή του Μπορντό, για την αρχική προέλευσή του διατυπώθηκαν στο παρελθόν διάφορες θεωρίες, άλλες λογικοφανείς και άλλες απλώς χαριτωμένες. H επικρατέστερη από αυτές ήθελε το Cabernet Sauvignon κατευθείαν απόγονο της ρωμαϊκής Biturica, που αναφέρει ο Πλίνιος. Τελικά, το 1997, το Πανεπιστήμιο Davis της Καλιφόρνια, ανέτρεψε τους μύθους και τις υποθέσεις, αποδεικνύοντας, με ανάλυση DNA, ότι προέρχεται από τυχαία διασταύρωση στη φύση δύο άλλων μπορντολέζικων ποικιλιών, της ερυθρής Cabernet Franc και της λευκής Sauvignon Blanc.

Εξηγώντας έτσι και το γεγονός ότι στην περιοχή του Medoc, όπου σήμερα κυριαρχεί διαμορφώνοντας τον χαρακτήρα μερικών από τα σπουδαιότερα ερυθρά κρασιά στον κόσμο, εμφανίσθηκε μόλις στα τέλη του 18ου αιώνα. Στην Ελλάδα έφθασε στα τέλη της δεκαετίας του '50, χάρη στον πολυσχιδή Ευάγγελο Αβέρωφ, ο οποίος, όντας εκείνη την περίοδο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος, φύτεψε τα πρώτα κλήματα στο Μέτσοβο, φερμένα από το Μπορντό, με τη μεσολάβηση του Γάλλου ομολόγου του.

Ο καρπός τους αποτέλεσε τη βάση για το «μυθικό» Κατώγι Μετσόβου, ένα από τα πιο περιζήτητα και δυσεύρετα κρασιά του '70 και του '80. Λίγα χρόνια αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας του '60, ο εφοπλιστής Γιάννης Καρράς δημιουργεί τον αμπελώνα του Πόρτο Καρράς, στη Σιθωνία της Χαλκιδικής. Εκεί, με την καθοδήγηση του καθηγητή Emile Peynaud, φυτεύει, δίπλα στο ελληνικό Λημνιό, τόσο Cabernet Sauvignon όσο και Cabernet Franc, που ο συνδυασμός τους θα οδηγήσει το 1982 στην Ονομασία Προελεύσεως «Πλαγιές Μελίτωνα».

Από τα μέσα του '70, οι πρωτοπόροι οινοποιοί, που «προετοιμάζουν» την επανάσταση του ελληνυκού κρασιού, αρχίζουν να φυτεύουν συστηματικά την ευγενή ποικιλία του Μπορντό και στις αρχές του '80 ο Δημήτρης Χατζημιχάλης παρουσιάζει την πρώτη μονοποικιλιακή εμφιάλωση Cabernet Sauvignon. Σήμερα, με περίπου 18.500 φυτεμένα στρέμματα, αποτελεί μια από τις βασικές ερυθρές ποικιλίες του ελληνικού αμπελώνα, αν και η δυναμική επέκτασής της έχει ανακοπεί τα τελευταία χρόνια υπέρ των γηγενών ποικιλιών.

Ανθεκτική, με εξαιρετική προσαρμοστυκότητα, παχύ και τραχύ φλοιό, πλούσια σε χρωστικές και τανίνες, δίνει κρασιά που αναζητούν και ενίοτε απαιτούν την επαφή με το δρύινο βαρέλι. Σήμα κατατεθέν τους το βαθύ κόκκινο χρώμα, τα αρώματα κασίς (και άλλών μαύρων φρούτων), πιπεριάς, μέντας, που εμπλουτίζονται με όσα προσθέτει η παλαίωση σε δρυ, και η τανική παρουσία στο στόμα.

Κατά κανόνα και λόγω χαρακτήρα, τα κρασιά όπου κυριαρχεί το Cabernet Sauvignon ταιριάζουν με δυνατές, κρεάτινες γεύσεις, κυρίως με βάση το αρνί ή το μοσχάρι, αλλά και με ώριμα κίτρινα τυριά, αν και η προσωπική μου προτίμηση στρέφεται προς ώριμα μαλακά τυριά, τύπου Camembert ή Brie.