'Ολες οι αισθήσεις, ως εκ τούτου, για να γίνουν ποιητικά βιώματα έπρεπε να περάσουν από εδώ. Η φαινομενικά επαναλαμβανόμενη καθημερινότητά του με διαδρομές που ξεκινούσαν τα πρωινά από το σπίτι του και έφταναν μέχρι τα γραφεία της Εταιρείας Υδρεύσεως, όπου εργαζόταν, και τα περιμετρικά καφενεία ήταν μπολιασμένη με εικόνες ενός ελληνιστικού κόσμου που αγαπούσε πολύ τις απολαύσεις και τον τρυφηλό βίο.
Ο Καισαρίων από το ποίημά του «Αλεξανδρινοί βασιλείς», ντυμένος σε μετάξι τριανταφυλλί και με το «στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους, τη ζώνη με τη διπλή σειρά σαπφείρων και αμεθύστων» και «δεμένα τα ποδήλατα μ' άσπρες κορδέλες ντυμένες με ροδόχροα μαργαριτάρια», δεν είχε χαρακτηριστεί τυχαία από τον Καβάφη ως «ο βασιλιάς των βασιλέων».
ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΗ ΖΩΗ
Ο λόγος δεν ήταν μόνο ότι απέπνεε τη γνώριμη στους Αλεξανδρινούς αίσθηση της απόλυτης κυριαρχίας, αλλά κυρίως αυτή την επιβλητική θεατρικότητα που περιέβαλλε κάθε έκφανση της αλεξανδρινής ζωής-από τον τρόπο που έστηναν τα αξέχαστα τραπέζια ή που τιμούσαν τις γιορτές και τις εξόδους.
Τα ελληνικά εστιατόρια ήταν πάντα ντυμένα με λευκά τραπεζομάντιλα και στα καφενεία δεν έπιναν μόνο σίσα, τον λεγόμενο ναργιλέ, αλλά τσάι με μέντα και καφέ, αφού η Αλεξάνδρεια ήταν η πόλη που τίμησε όσο καμία την Ανατολή. Θαρρεί κανείς ότι ο πολιτισμός της γιορτής με τα ωραία εδέσματα, τον καφέ και το «ευσπλαχνικό αλκοόλ», όπως το όριζε ο Καβάφης, γεννήθηκε και θεμελιώθηκε εδώ.
Γι' αυτό έχει διαφορά να λες ότι είσαι Αλεξανδρινός, Αιγυπτιώτης ή Αιγύπτιος, μια συνειδητοποίηση που ήρθε στον Καβάφη από νωρίς. Ειδικά από τότε που επέστρεψε για τα καλά στην πόλη, τον Οκτώβριο του 1885, μετά από απανωτές μετοικήσεις σε Λονδίνο και Κωνσταντινούπολη, μαζί με τη μητέρα του και τα δύο του αδέλφια, Αλέξανδρο και Παύλο, η Αλεξάνδρεια και ο κόσμος της δεσπόζουν στους στίχους και στη ζωή του με κάθε τρόπο.
Η ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΤΟΥ Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗ
Στα σημειωματάριά του γίνεται ο μικρόκοσμος που περιορίζει μεν τις κινήσεις του και τον αναγκάζει να πληρώσει τον θυρωρό για να κρύιρει από τη μητέρα του τα νυχτοπερπατήματά του, αλλά στην ποίησή του η πόλη παραμένει ένδοξη ακόμα και στην πιο γοητευτική παρακμή της.
Ειδικά αφού χάνει την πολυαγαπημένη του μητέρα, δύο χρόνια προτού κλείσει τα 50, συνειδητοποιεί ότι πια εδώ είναι ο κόσμος του. Το σπίτι όπου διαμένει πλέον βρίσκεται στην οδό Λέψιους, που σήμερα έχει μετονομαστεί σε οδό Κωνσταντίνου Καβάφη. Στην κεντρική συνοικία Αλ Σάτμπι, γνωστή μέχρι σήμερα ως ελληνική συνοικία, ο αντιφατικός κόσμος της εκκλησίας και των πορνείων βρίσκονταν στο ίδιο τετράγωνο, σε αγαστή συνύπαρξη.
Σε αυτό το εκλεκτικιστικό κτίριο, όπου στο ισόγειο λειτουργούσε ένας οίκος ανοχής, ο ποιητής θα ζήσει έντονες στιγμές, θα νιώσει αυτή τη διάχυτη ατμόσφαιρα ερωτισμού και θα γράψει τα πιο γνωστά ποιήματά του όπως η «Ιθάκη». Στο ανακαινισμένο σήμερα διαμέρισμα από το Ίδρυμα Ωνάση, που διαχειρίζεται το Αρχείο Καβάφη, μπορεί κανείς να δει τι ακριβώς έβλεπε ο ποιητής από το αγαπημένο του μπαλκόνι, να φανταστεί ίσως τις σκέψεις που έκανε καθισμένος στην αγαπημένη του πολυθρόνα πίνοντας λικέρ και βρετανικά ουίσκι.
Τον φαντάζεται κανείς να γράφει σε αυτό το σημειωματάριο όχι μόνο τις σκέψεις αλλά και τα χρέη από τις επισκέψεις του στο καζίνο, μαζί με το ξενοδοχείο-Καζίνο «Σαν Στέφανο», το οποίο επισκεπτόταν τακτικά και αναφέρει χαρακτηριστικά στο διήγημά του «Εις το φως της ημέρας».
Να υποδέχεται στο σαλόνι εκλεκτούς προσκεκλημένους, αλλά και να φωνάζει την υπηρέτρια να κατεβεί από το μικρό δωματιάκι ακριβώς πάνω από την κουζίνα για να του φέρει την καθημερινή του εφημερίδα («βαρέθηκεν εφημερίδες να διαβάζει μηχανικώς»).
ΤΑ ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΜΕΡΗ
Ένα από τα προσφιλή του στέκια ήταν τα γραφεία της εφημερίδας «Ταχυδρόμος», της επιφανέστερης ελληνόφωνης εφημερίδας της Αλεξάνδρειας. Στενός του φίλος ήταν ο διευθυντής Σωτήρης Λιάτσος κι έτσι επισκεπτόταν συχνά τα γραφεία της οδού Rue Zangaro (σημερινή Rue Naomi) κάθετη στην οδό Λέιριους (σημερινή Καβάφη).
Αγαπημένο του σημείο, ειδικά από τη στιγμή που πέθανε η μητέρα του Χαρίκλεια και στερούνταν τους απολαυστικούς μεζέδες της, ήταν το καφέ και το εστιατόριο του Αθηνέου, στη γωνία της Rue Nabi Daniel και της Rue Fouad, όπου ο Καβάφης μπορούσε, εκτός από το να απολαμβάνει το γεύμα του, να συναντάει τους φίλους και τους ομότεχνούς του.
Η ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΚΑΒΑΦΗ
Χάρη στη μητέρα του, ο Καβάφης είχε γνωρίσει μια κουζίνα με επιρροές από την Πόλη, τη Γαλλία-που ήταν η κουζίνα της υψλής κοινωνίας-και φυσικά την Ανατολή. Στο ψηφιοποιημένο αρχείο του από το Ιδρυμα Ωνάση, μπορεί κανείς να βρει τα τετράδια με τις συνταγές της μητέρας Χαρίκλειας, που κυκλοφόρησαν και σε βιβλίο από τις εκδόσεις Ερμής, τα οποία συνήθιζαν να κρατούν παλιότερα οι νοικοκυρές με χαρακτηριστικές οδηγίες, που δεν χρειάζονταν ακρίβεια: «ολίγον αλάτι» ή «ολίγον βούτυρο».
Σίγουρα, οι «ωραίαι πατισαρίαι», η «τούρτα της Ευβουλίας» ή η «Saigo pudding» θα έχουν φωλιάσει στις μνήμες και στους στίχους τον Καβάφη, όπως οι μαντλέν στα κείμενα του Προυστ-και ακόμα και αν δεν δηλώνονται, είναι πάντοτε εκεί. H Χαρίκλεια έγραφε στο τετράδιό της με τον ίδιο πάντα σχολαστικό τρόπο και πάστα με μοβ μελάνι τη συνταγή για τη γευστικότατη χαβιαροσαλάτα, τα τας κεμπάπ και την ταπιόκα, που ήταν καθιερωμένα πιάτα στα οικογενειακά τραπέζια, ειδικά την εποχή που ζούσε ο πατέρας Πέτρος-Ιωάννης Καβάφης και η οικογένεια ακόμα ευημερούσε οικονομικά.
Είναι ωραίο πώς η τυχαιότητα παίζει ρόλο στις συνταγές της, όπως και στην ποίηση του Καβάφη, αφού το κοτόπουλο που ξέχασε ο Αχμέτ να βάλει στον φούρνο και τελικά το τηγάνισε κατέληξε μια υπέροχη συνταγή, όπως και τα δύο μπισκότα που άλειφε ενδιάμεσα η Χαρίκλεια με μαρμελάδα έγιναν ένα ωραίο, κλασικό γλυκό. Κρατούσε επιρροές και συνταγές από όλες τις κουζίνες και δεν αρνιόταν ότι το μουχαλεμπί τον Αχμέτ μπορεί να ήταν πολύ πιο νόστιμο από τα δικά της πανκέκια.
ΟΙ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ
Ο σχετικά λιτοδίαιτος Καβάφης φρόντιζε να τρώει τις αγαπημένες του γαλλικές πάστες στο ελληνικό, βικτοριανού στυλ με την αρ ντεκό διακόσμηση καφέ Τριανόν, που παραμένει αναλλοίωτο στον χρόνο, δίπλα στο ξενοδοχείο Metropole, όπου βρίσκονταν τα γραφεία της Εταιρείας Υδρεύσεως, στην οποία εργαζόταν (το γραφείο του έχει διατηρηθεί ως ιδιαίτερο δωμάτιο).
Είχε προλάβει και τα επιβλητικά εγκαίνια του ελληνικού καθαρά γαλλικών επιρροών-ζαχαροπλαστείου Delίces, αλλά το πολύβουο περιβάλλον του δεν ήταν από τα αγαπημένα του παρότι το επισκεπόταν σε επίσημες εκδηλώσεις. Προτιμούσε, αντί για τα θορυβώδη στέκια, τις Κυριακές να τρώει στην έπαυλη του Εμμανουήλ Μπενάκη, που τότε βρισκόταν στη Rue de Fatmides 3, στην ελληνική συνοικία με τις επαύλεις και τα ωραία σπίτια.
Ηταν στενός φίλος όχι τόσο με την Πηνελόπη Δέλτα, η οποία γεννήθηκε εκεί, στο περίφημο σπίτι που περιγράφει στον «Τρελαντώνη», αλλά με τον πρωταγωνιστή τον βιβλίου, υιό της οικογένειας. Παρότι κανείς τον φαντάζεται απόμακρο, ωστόσο δεν ήταν παρά κομμάτι του ζωντανού βίου της πόλης που τον έθρεψε.
Η Αλεξάνδρεια, σε κάθε έκφρασή της, ήταν αυτή που ακολουθούσε πάντα τον ποιητή («η Πόλις θα σε ακολουθεί») ως εκείνο το ατελείωτο χώνευτήρι διαφορετικών εποχών, επιρροών και παραδόσεων, ως μια πόλη που ακόμα και στην καταστροφή και την πτώση της παρέμενε ανεξήγητα μεγάλη («Πάντα η Αλεξάνδρεια είναι [..]! 'Οσο κι αν έπαθεν απ' τούς πολέμους βλάβη/ όσο κι αν μίκραινε πάντα θαυμάσια χώρα»).
