Ο αυστριακός συνθέτης Φραντς Γιόζεφ Χάιντν (Franz Joseph Haydn, στην Ελλάδα τον γνωρίζουμε και ως Χάυδν) είναι ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της Δυτικής Μουσικής, με καθοριστική παρουσία και συμβολή στην κλασσική της περίοδο. Ευτύχησε να ζήσει πολλά χρόνια για την εποχή του και να παραστεί μάρτυς πολλών σημαντικών αλλαγών στη μουσική και την κοινωνία (Διαφωτισμός, Γαλλική και Αμερικανική Επανάσταση).
Με το έργο του επηρέασε την εξέλιξη της συμφωνίας, της σονάτας και του κουαρτέτου εγχόρδων κι έγινε κύρια πηγή έμπνευσης για συνθέτες όπως ο Μότσαρτ και ο Μπετόβεν, που με την πληθωρική παρουσία τους επισκίασαν την προσφορά του δασκάλου τους. Ο Χάυδν άφησε πίσω του ένα μεγάλο σε έκταση και ποιότητα έργο, αποτελούμενο από σχεδόν 1.200 συνθέσεις. Μεταξύ αυτών: 104 Συμφωνίες, 80 κουαρτέτα εγχόρδων, 50 σονάτες για πιάνο, 24 κοντσέρτα, 20 όπερες, 90 χορωδιακά έργα, 100 τραγούδια.
Παιδικά Χρόνια (1732-1739)
Ο Φραντς Γιόζεφ Χάυδν γεννήθηκε στις 31 Μαρτίου 1732 στο Ροράου, ένα χωριό της Αυστρίας, στα σύνορα με την Ουγγαρία. Ήταν το δεύτερο από τα 12 παιδιά του αμαξοποιού Ματίας Χάυδν και της υπηρέτριας Άννας Μαρίας Κόλερ. Ο πατέρας του κέρδιζε αρκετά για να παρέχει μια άνετη διαβίωση στην πολυμελή οικογένειά του. Από μικρός, ο Φραντς Γιόζεφ έδειξε ενδιαφέρον για τη μουσική και στα έξι του ο πατέρας του τον εμπιστεύθηκε στον θείο του Ματίας Φρανκ, δάσκαλο στη γειτονική πόλη Χάινμπουργκ, για να πάρει τα πρώτα του μαθήματα.
Συμμετείχε στη χορωδία του σχολείου και γρήγορα ξεχώρισε για τη φωνή του, ενώ έμαθε να παίζει διάφορα όργανα. Του έλειπε, όμως, η οικογενειακή θαλπωρή και -όπως έλεγε αργότερα- «έτρωγε πολλές βουρδουλιές, παρά φαγητό». Στο σπίτι του δεν ξαναγύρισε, παρά μόνο για σύντομες επισκέψεις.
Ο Γιόζεφ, μόλις πέντε χρονών παιδάκι, καθόταν δίπλα στους γονείς του και κρατώντας ένα μπαστουνάκι το κινούσε ρυθμικά πάνω στον βραχίονά του, θέλοντας να μιμηθεί ένα μουσικό που έπαιζε βιολί. Ο δάσκαλό τους, τότε, παρατήρησε ότι ο μικρός Γιόζεφ κρατούσε με ακρίβεια τον χρόνο και συμπέρανε ότι ήταν προικισμένος με ταλέντο μουσικού.
Στη Χορωδία του Αγίου Στεφάνου (1739-1749)
Σε ηλικία επτά ετών, ο Γιόζεφ Χάυδν γίνεται μέλος της παιδικής χορωδίας στον καθεδρικό ναό του Αγίου Στεφάνου στη Βιέννη, χάρη στη γνωριμία του θείου του με τον διευθυντή της Γκέοργκ Ρόιτερ, διακεκριμένο συνθέτη εκκλησιαστικής μουσικής εκείνο τον καιρό. Παραμένει εσώκλειστος στο Κάπελχάους, ένα παλιό και χωρίς ανέσεις κτίριο, όπου διαβιούσαν οι μικροί χορωδοί.
Οι πολλές υποχρεώσεις της χορωδίας καθιστούσαν προβληματική τη μουσική εκπαίδευση των παιδιών. Ο Χάιδν μελετούσε μόνος του όσο μπορούσε. Μυήθηκε στα έργα των μεγάλων συνθετών κι έμαθε λατινικά. Ήταν, εν πολλοίς, ένας αυτοδίδακτος μουσικός. Τον Νοέμβριο του 1749 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χορωδία, επειδή η φωνή του δεν ικανοποιούσε πλέον τον Γκέοργκ Ρόιτερ.
Φαίνεται ότι στην απόφαση του Ρόιτερ να απομακρύνει τον Χάιδν από τη χορωδία συνέτεινε η γνώμη της αυτοκράτειρας Μαρίας Θηρεσίας, η οποία κάποια μέρα ακούγοντας το παιδί να τραγουδάει είπε στον Ρόιτερ «Αυτός δεν τραγουδάει, αλλά τσιρίζει σαν φασιανός».
Την εποχή του Χάυδν οι ευνούχοι (καστράτοι) είχαν ακόμη πέραση στη μουσική. Ήταν άνδρες που υποβάλλονταν εν γνώσει τους σε εκτομή των γεννητικών τους οργάνων, για να διατηρήσουν την παιδική τους φωνή (σοπράνο ή άλτο), αφού γυναίκες ήταν αποκλεισμένες από τις εκκλησιαστικές χορωδίες και την όπερα. Ο Χάυδν είχε μια θαυμάσια φωνή ως παιδί και ο διευθυντής της χορωδίας του πρότεινε να γίνει καστράτος.
Δέχθηκε με ενθουσιασμό την ιδέα, μέχρι τη στιγμή που ο έντρομος πατέρας του επισήμανε στο νεαρό παιδί τις συνέπειες. Στις 28 Ιουλίου 1741 άφησε την τελευταία του πνοή στη Βιέννη ο Αντόνιο Βιβάλντι. Στη νεκρώσιμη ακολουθία, που έγινε στον καθεδρικό ναό του Αγίου Στεφάνου, ο Γιόζεφ Χάυδν έψαλε μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της χορωδίας.
Ως ελεύθερος επαγγελματίας (1749-1761)
Εγκαταλείποντας την παιδική χορωδία, ο Χάιντν αναγκάζεται να εργαστεί ως ελεύθερος επαγγελματίας, παίζοντας βιολί και άλλα πληκτροφόρα όργανα ή διδάσκοντας μουσική. Αυτή την περίοδο, που διαρκεί περίπου δέκα χρόνια, λαμβάνει κάποια επιπλέον μαθήματα μουσικής σύνθεσης από τον Νίκολα Πόρπορα, σημαντικό ιταλό συνθέτη και δάσκαλο τραγουδιού.
Μετά την εκδίωξή του από τη χορωδία του Αγίου Στεφάνου, ο νεαρός Γιόζεφ έπρεπε να επιστρέψει είτε στο Ροράου, είτε στον θείο του Χάινμπουργκ. Χωρίς λεφτά για το εισιτήριο της επιστροφής, πέρασε το πρώτο βράδυ σ' ένα παγκάκι της Βιέννης, μέσα στο κρύο και τη βροχή. Την επόμενη μέρα συνάντησε κατά τύχη ένα παλιό του γνώριμο, τον τενόρο Γιόχαν Σπάνγκλερ, ο οποίος τον βοήθησε στα πρώτα του βήματά στη Βιέννη.
Του παραχώρησε τη σοφίτα του σπιτιού του και μοιραζόταν το φαγητό με την οικογένειά του. Μεταξύ 1750 και 1754 ο Χάυδν παρουσιάζει συνθέσεις του (μενουέτα, αλεμάντ, βαλς, τρίο), που τράβηξαν την προσοχή των φιλόμουσων Βιεννέζων για τη φρεσκάδα και την πρωτοτυπία τους, αν και οι κριτικοί επισήμαναν τα πολλά λάθη σε σχέση με τους κανόνες της αντίστιξης και της αρμονίας.
Ο Χάυδν είχε γνώση της ελλιπούς μουσικής του μόρφωσης και συνέχισε να αποκαλεί τον εαυτό του αυτοδίδακτο. Σε μία κρίσιμη καμπή της ζωής του, η μητέρα του τον συμβούλευσε να γίνει κληρικός. Ο Γιόζεφ με όλη την αγάπη και τον σεβασμό που της έτρεφε, δεν παρέλειψε να της πει ότι πίστευε στον Θεό, αλλά η αποστολή του στη γη ήταν διαφορετική. Το 1759 ο Χάυδν διορίζεται ως μουσικός διευθυντής στην αυλή του κόμη Καρλ φον Μόρτζιν, όπου διευθύνει μία μικρή ορχήστρα, για την οποία συνθέτει και την πρώτη του συμφωνία.
Ο Χάυδν κατορθώνει να αποκτήσει για πρώτη φορά μία μόνιμη θέση εργασίας και η ζωή του αλλάζει προς το καλύτερο. Στις 26 Νοεμβρίου 1860, σε ηλικία 28 ετών, παντρεύεται στον Άγιο Στέφανο της Βιέννης την 31χρονη Άννα Μαρία Κέλερ, κόρη γνωστού περουκοποιού και κομμωτή της Βιέννης και χρηματοδότη του Χάυδν. Σύντομα, όμως, ο κόμης Μόρτζιν, αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες και απολύει όλους τους μουσικούς της Αυλής του και τον Χάυδν.
Ο Χάυδν προμηθευόταν περούκες από το κομμωτήριο του Γιόχαν Πέτερ Κέλερ στο κέντρο της Βιέννης, γιατί «Η περούκα κάνει τον άνδρα», σύμφωνα με τις επικρατούσες αντιλήψεις της εποχής του. Σύντομα άρχισε να παραδίδει μαθήματα πιάνου στην κόρη του Κέλερ, Άννα Μαρία. Στο σπίτι των Κέλερ γνώρισε τη μικρότερη αδελφή της, την Τερέζα, και μεταξύ τους αναπτύχθηκε ένας κρυφός έρωτας.
Ο Χάυδν ήταν έτοιμος να τη ζητήσει σε γάμο, αλλά η Τερέζα ήταν έτοιμη να αφιερωθεί στον Θεό. Έτσι, ο Χάυδν αποφάσισε να παντρευτεί την Άννα Μαρία, από την υποχρέωση που ένοιωθε προς τον πατέρας της. Ένας άλλος βιογράφος του υποστήριξε ότι Χάυδν δεν είχε αγγίξει ποτέ του γυναίκα μέχρι τα 28 του. Κουβαλούσε ένα κόμπλεξ κατωτερότητας, καθώς θεωρούσε ότι ήταν άσχημος, κακοφτιαγμένος, κοντόχοντρος και το σκούρο δέρμα του απωθούσε τις γυναίκες.
Δέχθηκε να κάνει γυναίκα του την Άννα Μαρία, ευρισκόμενος σε κακή ψυχολογική κατάσταση, από την άρνηση της Τερέζας. Ο γάμος του σύντομα θα αποδειχθεί αταίριαστος και γεμάτος προβλήματα. Η Άννα Μαρία ήταν ψυχρή, αυταρχική και θρησκόληπτη, περιφρονούσε τη μουσική του και αγαπούσε τη μεγάλη ζωή, τα ακριβά κοσμήματα και ό,τι κολάκευε την εμφάνισή της.
Ο Χάυδν αναγκαζόταν να δανείζεται για να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της συζύγου του. Μη αντέχοντας τα καμώματά της κι επειδή δεν μπορούσε να του χαρίσει ένα παιδί, εύρισκε παρηγοριά στις αγκαλιές εφήμερων ερωμένων. Πιο σοβαρός ήταν ο δεσμός του με τη νεαρή ιταλίδα σοπράνο Λουίτζα Πολτσέλι, παντρεμένη με συμπατριώτη της τενόρο. Το Παλάτι (των Εστερχάζι) βούιζε ότι ο μικρός γιος της ήταν καρπός του ερωτά της με τον Χάυδν.
Στην Αυλή των Εστερχάζι (1761-1790)
Την 1η Μαΐου 1761 ο Γιόζεφ Χάιντν βρίσκει μόνιμη εργασία στο παλάτι του ούγγρου πρίγκιπα Παλ (Παύλου) Άνταλ (Αντώνιου) Εστερχάζι στο Αϊζενσταντ (48 χιλιόμετρα νότια της Βιέννης), όπου μεταξύ άλλων είχε ένα θέατρο όπερας και δύο μεγάλα δωμάτια μουσικής. Οι Εστερχάζι ήταν μία από τις ισχυρότερες και πλουσιότερες οικογένειες της Αυστριακής Αυτοκρατορίας και από τους σημαντικότερους υποστηρικτές της μουσικής και των τεχνών.
Ο Χάυδν ήταν υπεύθυνος, όχι μόνο για τη σύνθεση της μουσικής και τη διεύθυνση της ορχήστρας, αλλά και για την εκπαίδευση των μουσικών και τη συντήρηση ακόμα των οργάνων. Έφερε τον βαθμό του αξιωματικού και όχι του υπηρέτη, όπως όλοι οι άλλοι μουσικοί. Το 1762 ο Παλ Άνταλ πέθανε και τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Μίκλος (Νικόλαος), ο επονομαζόμενος και Μεγαλοπρεπής για τα πανάκριβα και εκκεντρικά ρούχα που φορούσε, αλλά και τα πολλά χρήματα που ξόδευε για τη μουσική.
Ο Χάυδν πηγαινοερχόταν μεταξύ Αϊζενσταντ και Εστερχάζα, της θερινής κατοικίας των Εστερχάζι, την οποία ο πρίγκιπας είχε ανακαινίσει πλήρως. Έχοντας λύσει το βιοποριστικό του πρόβλημα, επιδόθηκε απερίσπαστος στη μουσική, γράφοντας μία σειρά από σπουδαία έργα. Δεν ένοιωθε αποκομμένος από την πολιτιστική ζωή, καθώς περιοδεύοντες θίασοι παρουσίαζαν έργα επιφανών συγγραφέων στα κάστρα του πρίγκιπα, ενώ αρκετά συχνά επισκεπτόταν τη Βιέννη.
Το καλοκαίρι του 1784, σ’ ένα ταξίδι του στη Βιέννη, ο Χάυδν γνωρίζει τον Μότσαρτ, που τότε μεσουρανούσε. Ο Χάυδν ήταν 58 ετών και ο Μότσαρτ 29 και σχεδόν αμέσως αναπτύχθηκε μεταξύ τους μια μεγάλη και ειλικρινής φιλία. Μετά από μία συναυλία ο Χάυδν είπε στον πατέρα του Μότσαρτ: «Σας δηλώνω ενώπιον του Θεού και στην τιμή μου ότι θεωρώ τον γιο σας ως τον μεγαλύτερο συνθέτη που γνώρισα».
Την ίδια χρονιά ο Μότσαρτ αφιέρωσε στον Χάυδν τα έξι Βιεννέζικα Κουαρτέτα για έγχορδα (Κ 387, Κ421, Κ 428, Κ458, Κ464 και Κ465). Ο πρίγκιπας Μίκλος Α’ Εστερχάζι ήταν λάτρης του μπάριτον, ενός οργάνου, που μοιάζει με το βιολοντσέλο και σήμερα είναι σχεδόν ξεχασμένο. Σ’ αυτόν οφείλεται το μεγαλύτερο μέρος της φιλολογίας του οργάνου. Μόνο ο Χάυδν συνέθεσε για τον εργοδότη του 175 έργα για μπάριτον, από τα οποία 126 ήταν τρίο για βιόλα, τσέλο και μπάριτον.
Ο πρίγκιπας στις ελεύθερες ώρες του συνήθιζε να παίζει μπάριτον, με τη συνοδεία του Χάυδν στη βιόλα και του εκάστοτε τσελίστα της Αυλής. Ο Μίκλος ήταν καθαρά ερασιτέχνης μουσικός και ο Χάυδν φρόντιζε να του γράφει εύκολα μέρη για το όργανο, δεδομένης και της δυσκολίας στην εκτέλεσή του. Λονδίνο και Βιέννη (1790-1809) Μετά το θάνατο του πρίγκιπα Μίκλος, το 1790, ο διάδοχός του Άνταλ (Αντώνιος), που δεν ενδιαφερόταν για τη μουσική, αποφάσισε να απολύσει όλους τους μουσικούς της αυλής.
Ο Χάυδν, πάντως, παρέμεινε και εξακολουθούσε να εισπράττει το μισθό του. Το γεγονός αυτό του επέτρεψε να έχει αρκετό ελεύθερο χρόνο και να αποδεχτεί την πρόσκληση του ατζέντη Γιόχαν Σάλομον για μία περιοδεία στο Λονδίνο, με την υποστήριξη μιας μεγάλης ορχήστρας. Παρότι δεν γνώριζε ούτε μια λέξη αγγλικά και παρά τις προειδοποιήσεις των φίλων του, επιχείρησε το μεγάλο ταξίδι για εκείνη την εποχή.
Έφτασε στο Λονδίνο την πρωτοχρονιά του 1791, όπου παρέμεινε για τους επόμενους 18 μήνες και οι εμπειρίες που αποκόμισε είχαν ζωηρό αντίκτυπο στο έργο του. Οι συμφωνίες που έγραψε κατά την πρώτη και δεύτερη επίσκεψη στο Λονδίνο (1794-1795) αποτελούν το αποκορύφωμα του συμφωνικού του έργου. Στην Αγγλία γνώρισε τέτοια δόξα, που δεν είχε ποτέ του φανταστεί στην Αυστρία.
Μετά τις περιοδείες του στο Λονδίνο, ο Χάυδν εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Βιέννη, όπου συνέθεσε κυρίως θρησκευτική μουσική. Πέθανε στη Βιέννη στις 31 Μαΐου 1809. Στην κηδεία του τιμές του απέδωσαν τόσο οι Βιεννέζοι όσο και οι Γάλλοι, που εκείνο τον καιρό κατείχαν την Αυστρία. Την τελευταία στιγμή δεν παρέστη ο Μέγας Ναπολέων, θερμός θαυμαστής του Χάυδν.
Ο Χάυδν υπήρξε δάσκαλος του Μπετόβεν το 1792. Εκτιμούσε ιδιαίτερα τον μαθητή τους και αποδείχτηκε προφητικός όταν δήλωνε: «Αυτός ο νεαρός θα γίνει μια μέρα ένας από τους μεγαλύτερους συνθέτες της Ευρώπης και θα είμαι περήφανος που θα του μιλώ ως δάσκαλός του». Αντιθέτως, ο Μπετόβεν, γνωστός για την αλαζονεία του, δεν τον εκτιμούσε ιδιαίτερα ως δάσκαλό του. «Δεν έμαθα τίποτα από αυτόν» είπε κάποτε σε μια ομήγυρη.
Οι βιογράφοι του Χάυδν δίνουν κάποιο δίκιο στον Μπετόβεν, γιατί τον καιρό της μαθητείας τους ο Χάυδν ήταν ένας πολυάσχολος μουσικός, κινούμενος μεταξύ Λονδίνου και Βιέννης κι ένας περιστασιακός δάσκαλος, μη έχοντας αναπτύξει ένα δικό του σύστημα διδασκαλίας.
