19.6.25

Τζιτζιφιά

Έχετε δοκιμάσει φρεσκοκομμένα τζίτζιφα; Φαντάζομαι πως όχι. Πιστεύω δε πως μόνο λίγοι ανάμεσά σας θα έχουν στο μυαλό τους ξεκάθαρη εικόνα για την όψη και τη γεύση αυτού του, ακριβοθώρητου στην εποχή μας, φρούτου. Αν όμως μεγαλώσατε στην επαρχία και σε μια αυλή της γειτονιάς σας υπήρχε μια τζιτζιφιά (Ziziphus jujuba), ίσως να αναπολείτε την τραγανή υφή και τη συγκρατημένα γλυκιά γεύση που έχουν όταν αρχίζουν να μεστώνουν.

Από την άλλη, ακόμα και αν είστε Αθηναίος που ζει στη συνοικία Τζιτζιφιές της Καλλιθέας, μάλλον δεν τα έχετε γευτεί ποτέ σας, γατί τα πανέμορφα δεντράκια από τα οποία έλαβε το όνομά της κόπηκαν σύρριζα στα βάναυσα χρόνια της αντιπαροχής. Νιώθω πραγματικά πολύ τυχερός που δύο τζιτζιφιές με ταΐζουν κάθε φθινόπωρο με τους υπέροχους καρπούς τους, δίχως μάλιστα να ζητούν ως αντάλλαγμα κάποια φροντίδα.

Παρότι δεν ανήκει στα είδη που παρενιαυτοφορούν (έπειτα δηλαδή από μια χρονιά υψηλής καρποφορίας να ακολουθήσει πτώση στην παραγωγή), όπως κλασικά συμβαίνει με το λιόδεντρο και την πορτοκαλιά, έχω παρατηρήσει και στην τζιτζιφιά έναν διετή ρυθμό αυξομείωσης της καρποφορίας. Θα φταίνε μάλλον οι συχνά ακραίες κλιματικές συνθήκες που επικρατούν ανοιξιάτικα στο ορεινό αγρόκτημά μου και το πώς αυτές επηρεάζουν την επικονίαση των μικρών κίτρινων ανθέων.

Το γλυκόπικρο άρωμα αυτών είναι ανεπαίσθητο, πρέπει σχεδόν να τα αγγίξω με τη μύτη μου για να το απολαύσω. Προσέχω βέβαια να μην αγκυλωθώ από τα λιγοστά μεν, αλλά απειλητικά αγκάθια των κλαδιών. 'Ενα αδιαμφισβήτητο προτέρημα του δέντρου είναι το γεγονός πως η πλούσια παραγωγή του δεν ωριμάζει ταυτόχρονα. Θετικό επίσης είναι πως, αν κλείσεις τα τζίτζιφα εντός αεροστεγούς δοχείου, διατηρούνται στο ψυγείο φρέσκα για πολλές εβδομάδες.

Αλλά ακόμα και πάνω στο δέντρο αν τα αφήσεις, δεν χαλάνε σχεδόν ποτέ, ρυτιδιάζουν πάντως και μαλακώνουν πολύ. 'Ετσι ακριβώς, σκούρα και σταφιδιασμένα, συνηθίζουν να τα απολαμβάνουν οι Κινέζοι, των οποίων την προτίμηση, παρότι διαφορετική από τη δική μου, σέβομαι βαθύτατα.

Ο λόγος βεβαίως είναι πως ήταν εκείνοι που πριν από περίπου σαράντα αιώνες καλλιέργησαν πρώτοι την καταγόμενη από τα μέρη τους τζιτζιφιά, με τέτοιο μάλιστα πάθος, που ανέπτυξαν σταδιακά και διατηρούν μέχρι σήμερα μερικές εκατοντάδες ποικιλίες της. Κάποιες παράγουν καρπούς που αναγνωρίζονται ως ιδανικοί για την παρασκευή οίνων ή την απόσταξη δυνατών ποτών, άλλες πάλι ικανοποιούν τη μεγάλη ζήτηση για σακχαρόπηκτα τζίτζιφα ή σιροπιαστά γλυκίσματα.

H σάρκα και το μακρόστενο κουκούτσι του τζίτζιφού θεωρούνται επίσης σπουδαία φάρμακα, υπάρχουν έτσι πολυάριθμες συνταγές της παραδοσιακής κινεζικής ιατρικής που τα αξιοποιούν. Αν μετά από όλα τα παραπάνω ευλόγως απορείτε γιατί δεν βλέπουμε στον πάγκο των μανάβικων τα τζίτζιφα, δεν έχω κατασταλάξει σε μια ικανοποιητική ερμηνεία. Είναι πράγματι παράδοξο, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε πως στη λεκάνη της Μεσογείου καλλιεργείται ήδη από την εποχή που άκμαζε η ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Δεν αποκλείω πάντως μελλοντικώς να αλλάξει αυτό, καθώς η αγορά αντιλαμβάνεται τη διαρκώς ογκούμενη ανάγκη για νέες γευστικές εμπειρίες. Στον κήπο η τζιτζιφιά χρειάζεται αρκετό χώρο, καθώς είναι ένα φυλλοβόλο δέντρο που φτάνει σε ύφος μέχρι τα οκτώ και σε διάμετρο τα τρία μέτρα.

Μπορεί πάντως η ανάπτυξή της να περιοριστεί, καθώς είναι επιδεκτική σε κλαδέματα διαμόρφωσης. Χάρη στο ανοιχτοπράσινο, στιλπνό φύλλωμά της αποπνέει έντονη καλλωπιστική χάρη, ενώ φθινοπωριάτικα που τα τζίτζιφα κοκκινίζουν, γίνεται χάρμα οφθαλμών.

ΕΔΑΦΟΣ Χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις
ΘΕΣΗ Ηλιόλουστη
ΑΝΤΟΧΗ ΣΤΟ ΨΥΧΟΣ -20° C
ΠΟΤΙΣΜΑ Ελάχιστο
ΕΠΟΧΗ ΑΝΘΙΣΗΣ Απρίλιος-Μάιος