Κάθε χρόνο όταν φτάνει το καλοκαίρι υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι, είτε μόνος είτε με παρέα, θα βρεθώ οπωσδήποτε ξανά, ύστερα από απουσία πολλών χρόνων, στην Κίμωλο. Ούτε φέτος βλέπω να τα καταφέρνω-ως ισοπεδωτική δικαιολογία Θα χρησιμοποιήσω ξανά τον «φόρτο εργασίας». Μια υποψία γυρίζει στο μυαλό μου: μήπως αποφεύγω τούτο το ταξίδι για να διατηρήσω αναλλοίωτες τις ευτυχισμένες αναμνήσεις που το νησί μού χάρισε στο απώτερο παρελθόν; Πιθανόν.
Τι πρόκειται μάλλον να πράξω ως αναπλήρωμα; Θα γεμίσω ένα πιάτο μετα πιο αρωματικά παξιμάδια που επινόησαν οι Κυκλαδίτες, θα τα βρέξω με ελαιόλαδο και θα τα προσφέρω στην παρέα μαζί με τους πρέποντες μεζέδες. Είναι παξιμάδια ζυμωμένα με σχινόκοκκο, τον μικρούτσικο καρπό τον σχίνου (Pistacia lentiscus) δηλαδή, ο οποίος μαζεύεται από τους ντόπιους όταν μέσα στο φθινόπωρο μεστώνει και από σκουροκόκκινος βάφεται μαύρος.
Είχαμε μαζί, τότε, συλλέξει από τα πολύ θρασεμένα «σχινάρια» ικανή ποσότητα για τις ανάγκες τον τοπικού φούρνου. H ρητινώδης μυρωδιά που αναδίδουν όλα τα μέρη του θάμνου είναι καταπληκτική, Θυμίζει αρκετά την πολύτιμη μαστίχα, κι αυτό όχι τυχαία βέβαια, αφού το μαστιχόδεντρο της Χίου (Ρ. lentiscus var. chia) δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ποικιλία του σχίνου με θαυμαστή ιστορία.
Συμμετείχα στο επίπονο καθάρισμα των σχινοκούκουτσων που ακολούθησε, έμαθα τον τρόπο παρασκευής των παξιμαδιών που αυτά νοστιμίζουν και, όταν πια βγήκαν από τον φούρνο, τα ερωτεύτηκα με το πρώτο δάγκωμα. 'Εχω βέβαια διαπιστώσει ότι δεν τα εκτιμούν άπαντες, κάποιοι λένε πως ο σχινόκοκκος, εξαιτίας του ξυλώδους ενδοκαρπίου του, είναι σκληρός για τα δόντια τους και άλλοι, οι ίδιοι πάνω κάτω που δεν αγαπούν τη μαστίχα, ότι δεν ενθουσιάζονται με το άρωμά του.
Το οποίο για μένα αποτελεί μία από τις πιο απολαυστικές συμπυκνώσεις τον πνεύματος που ορίζει τα νησιά του Αρχιπελάγους, τρεφόμενο ταυτόχρονα από την τραχύτητα, την αλμύρα, τη χλωράδα και τη γλύκα τους. Υπάρχει άλλο ένα είδος της ελληνικής χλωρίδας που αποπνέει την ίδια σχεδόν ευωδιά με τον στενά συγγενικό του σχίνο.
Στις περισσότερες περιοχές στις οποίες ευδοκιμεί ως φυλλοβόλος θάμνος ή δεντράκι λέγεται κοκορεβιθιά (Ρ. tereninthus), στο Πήλιο όμως, όπου κάθε άνοιξη μαζεύουν τους φυλλοφόρους βλαστούς του για να παρασκευάσουν τα περίφημα τσιτσίραυλα, ονομάζεται τσιτσιραβλιά. Στη Χίο, πάλι, όπου από την έκθλιψη των καρπών τον έβγαζαν παλιά το τσικονδόλαδο, ένα μυρωδάτο έλαιο που έκανε ακαταμάχητα τα τοπικά γλυκίσματα, λέγεται τσικουδιά.
Τα έχω δοκιμάσει όλα τα παραπάνω και Θα μπορούσα να γράφω κατεβατά σχετικά με τις γαστρονομικές αρετές τους, οφείλω όμως κάπου εδώ επιτέλους να αυτοσυγκρατηθώ, για να επιστρέψει η στήλη στην πεπατημένη της. O αειθαλής λοιπόν, και άρα πανέμορφος όλο τον χρόνο, σχίνος με το σκουροπράσινο, πυκνό και δερματώδες φύλλωμά του μπορεί να ξεπεράσει σε ύφος τα τέσσερα μέτρα.
Συνήθως πάντως παραμένει σε διαστάσεις ιδανικές για να φιλοξενηθεί ακόμα και σε μικρούς κήπους, χαρίζοντάς τούς την απαραίτητη, ειδικά το καλοκαίρι, αίσθηση του φυτικού σφρίγους. Ιδιαίτερα δε αν φυτέψετε στη σειρά περισσότερους από έναν, ώστε να είναι βέβαιο (πρόκειται για είδος δίοικο) πως θα χαίρεστε για αρκετές εβδομάδες και το θέαμα των, πριν ωριμάσουν, άλικων καρπών του.
ΕΔΑΦΟΣ Μέσο
ΘΕΣΗ Ηλιόλουστη
ΑΝΤΟΧΗ ΣΤΟ ΨΥΧΟΣ -7" C
ΠΟΤΙΣΜΑ Ελάχιστο
ΕΠΟΧΗ ΑΝΘΙΣΗΣ Μάιος-Ιούνιος
