Ο Σεργκέι Προκόφιεφ γεννήθηκε στις 23 Απριλίου 1891 στο Ντονέτσκ της Ουκρανίας και έδειξε το ταλέντο του στη μουσική από την ηλικία των πέντε ετών. Σε ηλικία εννέα ετών συνέθετε την πρώτη του όπερα, «Ο Γίγας», μία Εισαγωγή, καθώς και διάφορα ακόμα μουσικά έργα. Σε ηλικία των 11, γράφει την πρώτη συμφωνία και ένα χρόνο αργότερα την πρώτη του όπερα με πλήρη ορχηστρική επένδυση, «Ένα πανηγύρι σε εποχή πανούκλας» (σε κείμενο του Πούσκιν).
Το 1904, η χρονιά που ξεκινά τις σπουδές του στο Ωδείο της Πετρούπολης, έχει ήδη συνθέσει τέσσερις όπερες, μία συμφωνία, δύο σονάτες και άλλα κομμάτια για πιάνο. Μέχρι τον θάνατό του στις 5 Μάρτη 1953, δημιούργησε εκατοντάδες έργα, ανάμεσά τους περισσότερες από 10 φορές, 7 συμφωνίες, κονσέρτα για βιολί, πιάνο και βιολοντσέλο, ορχηστρικές σουίτες και έργα μουσικής δωματίου.
Η εξέλιξη του Προκόφιεφ ως συνθέτη έγινε στη διάρκεια μιας περίπλοκης και αντιφατικής περιόδου, που χαρακτηρίστηκε από έντονη αναζήτηση νέων θεμάτων και εκφραστικών μέσων σε όλες τις τέχνες. Αν και παρακολουθούσε από κοντά τις νέες τάσεις και έως ένα σημείο δέχτηκε την επιρροή τους, ο Προκόφιεφ στόχος είχε κυρίως την ανεξαρτησία και την πρωτοτυπία.
Χάρη στη φιλία του με τον ομότεχνο του Νικολάι Μιασκόφσκι, μπαίνει στον κύκλο των πρωτοποριακών της εποχής του, με την πρωτοβουλία των οργανώσεων τα «Βραδινά σύγχρονη μουσική» με έργα Σένμπεργκ, Ρ. Στράους, Στραβίνσκι κ.ά. Στα πλαίσια αυτών των εκδηλώσεων έκανε την πρώτη του εμφάνιση με τη διπλή ιδιότητα του συνθέτη-πιανίστα (31/12/1908).
Η μουσική του χαρακτηρίστηκε υπερμοντέρνα, ενώ οι πειραματισμοί του, η συμμετοχή του στις δραστηριότητες της ομάδας των αβάν-γκαρντ, οι διαφορές και οι συγκρούσεις του με τους δασκάλους του ήταν αφορμές να χαρακτηριστεί το «τρομερό παιδί» της μουσικής. Η μουσική του νεωτεριστή συνθέτη Προκόφιεφ ξεπροβάλει σαν το φάντασμα ενός κόσμου που χάθηκε οριστικά, αυτού της πρώτης απόπειρας στην ιστορία του ανθρώπινου γένους για τη χειραφέτησή του και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας.
Από εκεί πηγάζει και η νοσταλγική αγάπη μας για τη μουσική του. Μια σειρά έργων του συνθέτη, όπως το μπαλέτο «Εποχή του Ατσαλιού», το συμφωνικό παραμύθι «Ο Πέτρος και ο λύκος», η μουσική για την επική ταινία του Αϊζενστάιν «Αλέξανδρος Νιέφσκι», οι πολεμικές σονάτες για πιάνο, η 5η και η 6η Συμφωνία και η αληθινή ιστορία. ανθρώπου», έχουν στο επίκεντρο τους την προσπάθεια που έγινε για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία, αλλά και τις μάχες της σοβιετικής εργατικής τάξης ενάντια στη ναζιστική πολεμική μηχανή στον β' παγκόσμιο πόλεμο.
Ανάμεσα στα έργα που έγραψε ήταν και μια γιγαντιαία Καντάτα για την εικοστή επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης, η οποία ωστόσο δεν εκτελέστηκε ποτέ. Το 1945 έπαθε βαριά διάσειση λόγω πτώσης, που ζημίωσε ανεπανόρθωτα την υγεία του. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1948 ασκήθηκε κριτική από την Κεντρική Επιτροπή του κόμματος για φορμαλισμό στο έργο του «Η μεγάλη φιλία», με την προτροπή να γράφει σε ύφος πιο προσιτός για το λαό.
Η εποχή που στα πολιτικά δρώμενα της Σοβιετικής Ένωσης τον κύριο λόγο είχε ο Αντρέι Ζντάνοφ, για τον οποίο παραδίδεται ένα ανεκδοτολογικό περιστατικό, ότι γέλασε δυνατά όταν δεν είδε τον Προκόφιεφ να αγνοεί επιδεικτικά τον επικεφαλή της κομματικής επιτροπής ελέγχου όταν του σύστησε να μη μιλάς με τον διπλανό του. Το έργο του ωστόσο συνέχισε να ανεβαίνει απρόσκοπτα στη Σοβιετική Ένωση, καθώς ο ίδιος, παρά τη σοβαρή επιδείνωση της υγείας του, συνέχισε να δουλεύει ακούραστα ως το τέλος.
Είναι ευρύτερα γνωστό ότι ο Προκόφιεφ, όπως και ο Σοστακόβιτς υπέστησαν αυστηρό έλεγχο για αυτές τις «φορμαλιστικές τάσεις.» Έτσι ο συνθέτης αναγκάστηκε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, και άρχισε να συνθέτει «τραγούδια για τις μάζες» (Opus 66, 79 και 89), χρησιμοποιώντας στίχους από εγκεκριμένους σοβιετικούς ποιητές.
Με άλλα, η μουσική του Προκόφιεφ, υπέστη αυτή τη τρομερή αφομοίωση στην πολιτιστική βιομηχανία, σύμφωνα με τις προσταγές και τα λόγια της σοβιετικής γραφειοκρατίας για μια μαζική σοβιετική κουλτούρα, που αν μην τι άλλο, μπορεί να συγκριθεί με τις ανάλογες συνθήκες που επικράτησαν στη δύση, όπως αυτές περιγράφονται από τους Αντόρνο & Χορκχάιμερ.
Ο Προκόφιεφ αν και αρχικά ήταν «ψυχή και σώμα» με την Οκτωβριανή Επανάσταση αποφάσισε να τελειώσει τη Σοβιετική Ένωση και να κάνει σταδιοδρομία στο εξωτερικό, χωρίς όμως να εγκαταλείψει το σοβιετικό του διαβατήριο για χάρη κάποιας άλλης υπηκοότητας. Θα γυρίσει στη Σοβιετική Ένωση στα μέσα της δεκαετίας του '30, όπου και παρέμεινε, παρά τις συγκρούσεις του με τις σοβιετικές αρχές, ως και το θάνατό του (1953).
Έφυγε από εγκεφαλική αιμορραγία στις 5 Μάρτη 1953, πάνω από παρτιτούρες ημιτελών συνθέσεων. Είχε μάλιστα την ατυχία ο θάνατος του, να συμπέσει με αυτόν του Ιωσήφ Στάλιν, που για την κηδεία του είχε κινητοποιηθεί ολόκληρος ο μηχανισμός της Σοβιετικής Ένωσης. Σε αντίθεση, στη κηδεία του Προκόφιεφ παρέστησαν μονάχα στενοί φίλοι και μια μικρή αντιπροσωπεία του κόμματος. Το 1957 του απονεμήθηκε μετά θάνατον το βραβείο Λένιν.
