Γεννημένη στις 9 Σεπτεμβρίου του 1923 στην Αθήνα, στο τρίπατο σπίτι του Σμυρνιού παππού της (από τη μεριά της μητέρας της) Φώτη Μιχαηλίδη στην οδό Μητροπόλεως, ενός εκ των δύο ιδιοκτητών της γνωστής βιομηχανίας ζυμαρικών ΜΙΣΚΟ που τότε τάιζε όλη την Ελλάδα, η μητέρα της Τιτίκα επέμενε να της δώσουν το όνομα Ροσίτα γιατί το είχε υποσχεθεί στη γυναίκα του προξένου του Περού που είχε το ίδιο όνομα-το όνομα της προστάτιδας αγίας της χώρας της Σάντα Ρόσα ντα Λίμα.
Το γιατί το σίγμα εξελίχτηκε σε ζήτα έχει να κάνει με φωνητικά προβλήματα, καθώς οι περισσότεροι δάσκαλοί της αδυνατούσαν να προφέρουν σωστά το αρχικό λατινογενές όνομα. Ο πατέρας της Γιώργος Σώκος από το Αιτωλικό ήταν ένας πανέξυπνος άντρας που από παιδί έγραφε θεατρικά έργα για να παίζονται-και όχι για τα φιλολογικά σαλόνια-, αλλά και άλλα πολλά που δημοσίευε σε εφημερίδα των Πατρών.
Αργότερα έγινε μόνιμος αξιωματικός του πεζικού κι ως αντισυνταγματάρχης κατά την εκστρατεία της Μικράς Ασίας έγραφε επιθεωρήσεις για να διασκεδάζει το στράτευμα. Εκεί γνώρισε και ερωτεύτηκε και τη μητέρα της Ροζίτας. Όταν πια εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, τα έργα του άρχισαν να παίζονται από επαγγελματικούς θιάσους με μεγάλη επιτυχία ενώ παράλληλα ξεκίνησε και την εκδοτική του δραστηριότητα.
Ήταν μόλις 28 όταν εξέδωσε τη «Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια». Όλα αυτά οδήγησαν στο να μεγαλώσει η μικρή Ροζίτα μέσα στα βιβλία, αρχικά στο Χαλάνδρι και αργότερα σε βίλα που έχτισε ο πατέρας της στο Ψυχικό. Εννοείται ότι υπήρχε υπηρετικό προσωπικό και σοφέρ, καθώς ο πατέρας ως οδηγός ήταν δημόσιος κίνδυνος.
Δημοτικό δεν πήγε και τα μαθήματα της τα έκανε μια συγγενής και η Γαλλίδα γκουβερνάντα της, αλλά όταν ήρθε η ώρα του γυμνασίου γράφτηκε στο Αρσάκειο. Από την πρώτη στιγμή ξεχώρισε ανάμεσα στις συμμαθήτριές της καθώς, λόγω του αλλόκοτου ντυσίματός της, τη θεωρούσαν «περίεργη».
Πόσο μάλλον όταν άνοιγε το στόμα της για να εκφράσει γλωσσολογικές-το αγαπημένοι της χόμπι-και μεταφραστικές απόψεις. Όπως, λόγου χάρη, όταν άφησε τους πάντες άναυδους, καθηγητή και συμμαθήτριές της, εξηγώντας τους ότι ανάμεσα στις τρεις εκδοχές των «Αδελφών Καραμάζωφ», στα ελληνικά, αγγλικά και γαλλικά, που φυσικά τις είχε διαβάσει και τις τρεις, μόνο η ελληνική απέδιδε τη ρωσική ιδιοσυγκρασία.
Έλεγε χαρακτηριστικά γι’ αυτήν ο καθηγητής της των θρησκευτικών: «Σαν γριούλα κοντά στο τζάκι, που διηγείται παραμύθια στα εγγονάκια της. Και τα εγγονάκια είμαστε εμείς!». Μ’ αυτά και με τ’ άλλα, έγινε σταδιακά από τα πιο δημοφιλή κορίτσια του σχολείου και πολλές σχέσεις της παρέμειναν φιλίες ζωής, ενώ κάποιες από αυτές εξελίχτηκαν σε πρόσωπα που αργότερα έπαιξαν κάποιον ρόλο στην αθηναϊκή κοινωνία.
